Πολιτική - Οικονομία- Κοινωνία

Ο Γλέζος, ο Κοροβέσης και οι ήρωες στον καιρό του νεοφιλελευθερισμού

Αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα για έναν Ίκαρο σε μια σκοτεινή εποχή, δίχως ήλιο, ανοιχτά

Με το θάνατο του Μανώλη Γλέζου και του Περικλή Κοροβέση δείχνει να συντελείται πολιτιστικά ένα διπλό γεγονός που πολύ σπάνια τα δυο μέρη του συνυπάρχουν με τόση ένταση. Να κλείνει ο κύκλος των «ανώνυμων» ανθρώπων που ορθώθηκαν από το χώμα αυτής της γης, βάζοντάς τα με τους εκ Θεού εξουσιαστές τους, και να ανοίγει ταυτόχρονα ο κύκλος μιας ελεύθερης πτώσης (σε μια κοινωνία που ήδη εκφασιζόταν με σταθερούς μα πολύ πιο αργούς ρυθμούς), με αφορμή την πανδημία και τις χαοτικές κοινωνικές-οικονομικές της δυναμικές.

Η ίδια η πράξη των Γλέζου και Σάντα αντιμετωπίστηκε υστερικά από το μετεμφυλιακό κράτος των δοσίλογων αρχικά, (όχι αμφισβητώντας λόγω της πληθώρας στοιχείων και της «ζωντανής μνήμης», αλλά αντιπαρατάσσοντας πως η υποχρεωτική ένταξη τους ως μαθητών στην ΕΟΝ τους ενέτασσε στο στρατόπεδο της φαλκιδευμένης, εθνικοφροσύνης κ.λπ.). Αργότερα, όπως ο ιστορικός αναθεωρητισμός επιχειρούσε με μελάνι να σβήσει όσα είχαν γραφτεί με αίμα, με επιχειρήματα που δεν τόλμησε κανείς να αναφέρει στην εποχή του συμβάντος: πώς η σημαία είχε υποσταλεί. Αυτό, που διαψεύδεται από τις εφημερίδες, τις μαρτυρίες και τις ανακρίσεις της εποχής (μεγάλη εδώ η κληρονομιά του Γ. Δολιανίτη και της συζύγου του), βόλευε τις μετεμφυλιακές ελληνικές ελίτ αλλά και τους βολεμένους υπηκόους εντός της επικράτειας της, που δεν είχαν να αναμετρήσουν το μικροαστικό ματσισμό της κυρίαρχης εκδοχής της αρρενωπότητας τους, με κάτι αληθινά γενναίο.

Το ίδιο όμως φαινόμενο «αποδόμησης» συνέβη και με τα ψεύτικα βασανιστήρια που κατήγγειλλε ο Κοροβέσης. Δεν είχαν συμβεί ποτέ, κι εν πάση περιπτώσει εάν είχαν συμβεί κάποια είχαν συμβεί σε μη νοικοκυραίους φταίχτες. «Καί δεν συνέβησαν ποτέ καί φταίνε και τα θύματα από πάνω», όπως γράφτηκε για τα εγκλήματα του αμερικάνικου στρατού κατά αμάχων στο Βιετνάμ.

Η πράξη των Γλέζου και Σάντα κι η αντοχή του Κοροβέση απέναντι στους βασανιστές του θα θυμίζει πάντα πως τη φύση δεν είναι εύκολο
να την χειραγωγήσει ούτε να την υποτάξει κανείς. Πως εκεί που δεν το περιμένεις θα γκρεμίζει φασιστικά σύμβολα, για να υψώσει Ακροπόλεις και να δημιουργήσει ελεύθερους εαυτούς

 

H Χάνα Άρεντ σημείωνε πως μια από τις θεμέλιες λίθους του φασισμού είναι η αναγωγή κάθε αναφοράς, κάθε «γεγονότος», σε διακήρυξη ενός σκοπού. Με άλλα λόγια σε ηθικολογία. Oι υπέρμαχοι του φασισμού δεν χρειάζονται να πιστέψουν στην αλήθεια των ψεμάτων ή των ιδεολογικών ή πρακτικών κλισέ. Ο σκοπός των κατασκευών τους δεν είναι να «καθιερώσουν» ή να αναδείξουν γεγονότα, αλλά να δημιουργήσουν μια συνεκτική «φανταστική» πραγματικότητα που θα επιβεβαιώνει μονάχα αυτούς. Συνήθως φοβική και ανίκανη να δώσει την αίσθηση της ασφάλειας και του ανήκειν σε έναν όντως κατακερματισμένο κόσμο -πέρα από τα όρια της πολιτικής τους φρενοβλάβειας- προβάλλουν συνεπαγωγικά το δρόμο τους ως το μόνο «φωτεινό μονοπάτι» λασπώνοντας το ίδιο το φως. Αυτό που οι οπαδοί του απαιτούν από τους ηγέτες και τους πιστολέρο του χώρου τους, είναι η δόμηση μιας επίμονης αφήγησης, συνδυασμένης με την «αναγκαιότητα» να απεμπολήσουν την προσωπική ευθύνη των χυδαίων πράξεων. Όπως είναι το να γλύφεις όπως οι πρόγονοι τους επί Ράιχ τους δυνατούς, αλλά να επιτίθεσαι (και) σήμερα στους αδύναμους, ανάγοντας βολικά τα θύματα σε θύτες, ντύνοντας ιδεολογικά τη βόλεψη σου και μετατρέποντας τον εαυτό σου απλά σε όργανο ενός ανώτερου σκοπού που συνορεύει, αν δεν ταυτίζεται, με τους δυνατούς και την «τάξη».


Έτσι εξηγείται γιατί μίκρυνε και καταγγέλθηκε η έννοια του ήρωα συστηματικά εδώ και χρόνια. Μάλιστα ανεξάρτητα και από πλαίσια και ιδεολογικές αφετηρίες, αφού γενικός στόχος των πολιτικών ρητορικών των «ειδικών» αρχικά ήταν ο δρων άνθρωπος και η αποκοτιά του. Γιατί ο Σολωμού, από τη μια, στην Κύπρο ή ο Τζουλιάνι, από την άλλη, στην Ιταλία παρουσιάστηκαν απλουστευτικά ως τρελοί και περιθωριακοί. Γιατί η αποκοτιά των Γλέζου και Σάντα θεωρείται αδιανόητη για να αληθεύει. Γιατί ο Κοροβέσης θεωρήθηκε ψεύτης. Και γιατί οι εκπρόσωποι της real politic θεωρούνταν όλο το ’90 ως υπερασπιστές τόσο των κοινωνικών μορφωμάτων (χωρών, επαγγελμάτων, ανθρώπων) όσο και της προόδου (αλλιώς δεν θα είμαστε Ευρώπη σου λέγαν υποκριτικά όσοι προσπαθούν να φέρουν το νέο Μεσαίωνα), αποκρύβοντας ότι η ανθρωπότητα συναντούσε την πρόοδο συνήθως μέσα από ανατροπές. Στην ύστερη φάση του νεοφιλελευθερισμού, ο καπιταλισμός αφηνιασμένος ενδοστρέφει μέσα από το δόγμα του σοκ την αποικιοκρατία στο ίδιο του το σπίτι. Η κυριολεκτική διάλυση δημόσιων τομέων, όπως η υγεία και η παιδεία, και η μη παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μα και αξιόπιστης παιδείας σε ανθρώπους που μέσω των κρατήσεων τους την πληρώνουν κάθε μήνα, φέρνει στο προσκήνιο την έννοια της μονόδρομης επιβολής κεφαλικών φόρων δίχως ανταποδοτικότητα όπως συνέβαινε σε προ-νεωτερικές κοινωνίες και τον παθητικό πολίτη που πρέπει να τα υποστεί.

Η πράξη των Γλέζου και Σάντα, όμως, όπως κι η αντοχή του Κοροβέση απέναντι στους βασανιστές του, θα θυμίζει πάντα πως τη φύση δεν είναι εύκολο να την χειραγωγήσει ούτε να την υποτάξει κανείς. Πως εκεί που δεν το περιμένεις θα γκρεμίζει φασιστικά σύμβολα, θα χλευάζει φασιστικές συμπεριφορές, για να υψώσει Ακροπόλεις και να δημιουργήσει ελεύθερους εαυτούς. Αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα για έναν Ίκαρο σε μια σκοτεινή εποχή, δίχως ήλιο, ακριβώς γι’ αυτό, «ανοιχτά»…

Ελένη Καρασαββίδου

Εφ. «Η Εποχή»