Βόρεια Ιρλανδία: οι ήρωες των τοίχων

 

 

Του Μιχάλη Μιχελή

Bloody Sunday

Για να μάθεις την ιστορία ενός τόπου, η πιο κλασική μέθοδος, είναι να ξεφυλλίσεις ένα βιβλίο.

 

Αν είσαι τυχερός και βρεις κάποιο παλιό αγωνιστή, αν πέσεις πάνω σε κάποιο πωρωμένο με την ιστορία, αν μπορείς να πας στα μέρη πού έχουν γίνει τρανταχτά γεγονότα, είσαι από τους προχωρημένους, που έχεις τη γνώση από πρώτο χέρι.

 

Αν όμως ο δρόμος σου σε φέρει στη Βόρειο Ιρλανδία, πρέπει να το δεις αλλιώς. Να πάρεις σβάρνα, όλα τα σπίτια στις πόλεις και στα χωριά, που έχουν ζωγραφισμένη στους τοίχους τους, την ιστορία του τόπου.

 

Από τα παλιά, μέχρι τα τωρινά. Από την μεγάλη πείνα και την μετανάστευση στην Αμερική (1845-1849), μέχρι τους αντάρτες του IRA.

 

Από την  Ματωμένη Κυριακή (1972), μέχρι τον μπαλαδόρο και μάγο της ντρίπλας τον «Τζορτζ Μπεστ».

 

Πάνω από 2000 γιγαντοζωγραφιές στις μάντρες και στα ντουβάρια, περιγράφουν όλη τη διαδρομή της μαρτυρικής αυτής χώρας (που μοιάζει μάλλον με εδαφική καρικατούρα), αφού είναι ένα καθαρά τεχνικό δημιούργημα της αγγλικής σχολής «Του Διαίρει και Βασίλευε».

 

Οι πονηροί Εγγλέζοι, το να κόβουν και να ράβουν τα διοικητικά σύνορα, το είπαν επιστημονικά Gerrymandering. Δηλαδή αυτό που τους βόλευε κι που εφάρμοσαν στην Αφρική, αυτό που έκαναν στη Μέση Ανατολή, το πάσαραν και στη Βόρειο Ιρλανδία το 1921, για να ξεχωρίσουν το προτεσταντικό στοιχείο (τη δικιά του επιρροή), από τους δημοκρατικούς καθολικούς. Που δυό πράγματα μισούν. Την Βασίλισσα της Αγγλίας και το βρετανικό σνομπ άξεντ των αγγλικών. Τους θυμίζουν τις μαύρες μέρες, που πέρασαν οι πρόγονοί τους, από τότε που κατακτήθηκαν.

 

«Ο τοίχος των δακρύων».

 

Κόντευε 6 το απόγευμα.

 

Το ημερολόγιο σημείωνε: 12 Μαΐου 1981.

 

Στο σπίτι του Πάτρικ Γιόζεφ Χιούζ, το τηλέφωνο κουδούνισε.

 

Πήγε προς στιγμή να το πιάσει η γυναίκα του Μάργκαρετ, αλλά κοντοστάθηκε, από το νεύμα που της έκανε ο σύζυγός της.

 

Η συνομιλία ήταν σύντομη. Ο 72χρονος συνταξιούχος, σωριάστηκε στην καρέκλα. Ούτε καν πρόλαβε, να βάλει τ’ ακουστικό στη θέση του. Η κυρία Μάργκαρετ, μια καλοστεκούμενη γυναίκα, που είχε κλείσει τα 68 της χρόνια, δεν χρειάστηκε να ρωτήσει. Κατάλαβε το τι είχε γίνει…

 

… Όλα ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια. Τον Μάρτη του 1978.

 

Η Βόρειος Ιρλανδία εκείνη την περίοδο, φλέγονταν από τις ταραχές . Από την μια ο Δημοκρατικός Στρατός (ο αποκαλούμενος ΙRA) κι από την άλλη τα επίλεκτα τμήματα των Βρετανικών Δυνάμεων (οι επονομαζόμενοι  SAS).

 

Η καθολική κοινότητα των βόρειων επαρχιών της Ιρλανδίας, του Ντέρι και του Μπέλφαστ, ήταν σε αναβρασμό. Καθημερινά σχεδόν, στις περιπολίες και στα μπλόκα, που έστηναν οι δυνάμεις της βρετανικής αστυνομίας και του στρατού, οι νοικοκυρές έβγαιναν από τα σπίτια τους  και κτυπούσαν όσο το δυνατά μπορούσαν τα καπάκια από τις κατσαρόλες. «British go home», «Η Βασίλισσα, δεν θα σώσει το Όλστερ»!

 

Μικρά παιδιά έτρεχαν στους δρόμους και με σφεντόνες πετροβολούσαν τους ένοπλους Βρετανούς, που σήκωναν απειλητικά τα όπλα τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις , δεν δίσταζαν να ρίξουν και μερικές ριπές, για να τρομοκρατήσουν το πλήθος. Τα σπίτια των προτεσταντών ήταν σε κλοιό ασφαλείας από τις ειδικές δυνάμεις, γιατί αλλοίμονο σε ‘κείνο το φιλο-Βρετανό, που θα ξεμοναχιάζονταν.

 

Τα συνεχή σαμποτάζ σε στρατιωτικές βάσεις και στα σημεία που γίνονταν έλεγχος της κίνησης, δημιουργούσαν αμηχανία και νευρικότητα στη Βρετανική διοίκηση. Όλη η εικόνα λοιπόν των ημερών εκείνων ήταν πολεμική.

 

Ήταν σούρουπο κι έκανε κρύο. Δυό Βρετανοί στρατιώτες, έκαναν τη συνηθισμένη τους περιπολία, σ’ ένα επαρχιακό δρόμο κοντά στην κωμόπολη Maghera. Ξαφνικά αντιλαμβάνονται ότι δυο περαστικοί, κινούνται με προφυλάξεις μέσα στα χωράφια. Τους παρακολουθούν με ειδικά κιάλια νύχτας, αφού το σούρουπο κάλυπτε τους ύποπτους , από τις περίεργες ματιές. Πλησιάζουν και ακούν, ότι οι δυό περίεργοι, που φορούσαν στρατιωτικές στολές, μιλούν με καθαρή ιρλανδική προφορά και κάτι ετοιμάζονταν να εκτελέσουν. Πριν όμως καταλάβουν το τι θέλουν να κάνουν αυτοί τέτοια ώρα, πυροβολισμοί ρίχνονται κατά πάνω στους Βρετανούς, με αποτέλεσμα ο ένας εκ των δύο, να σκοτωθεί επί τόπου.

 

Ο άλλος στρατιώτης, παρ’ όλο που έφαγε μια σφαίρα στο στομάχι κι αιμορραγούσε, μπόρεσε και κάλεσε με τον ασύρματο σε βοήθεια. Σε λίγα λεπτά γέμισε η περιοχή στρατιώτες. Άρχισαν να χτενίζουν όλη την έκταση σπιθαμή προς σπιθαμή, γιατί βρήκαν κηλίδες μ’ αίμα σκόρπιες εδώ κι εκεί.

 

Το μεσημέρι της επόμενης μέρας, τελικά επισημαίνουν κρυμμένο σε μια λόγχμη, τον αντάρτη του IRA Φράνσις Χιούζ, να είναι κουλουριασμένος, αδυνατώντας να περπατήσει, αφού είχε δεχθεί μια σφαίρα στο πόδι. Παρ’ όλα αυτά, έκανε μια προσπάθεια να ξεφύγει, αλλά σωριάστηκε στο έδαφος από τους πόνους. Ο σύντροφός του, που κρύβονταν μαζί (κι αυτός τραυματισμένος), ήταν όμως περισσότερο τυχερός και το έσκασε.

 

Στη συνέχεια από το νοσοκομείο, ο Χιούζ κατέληξε στις στρατιωτικές φυλακές. Εκεί αρνήθηκε να πάρει τροφή, γιατί υποπτεύονταν, ότι θα του δώσουν ειδικά φάρμακα για να μαρτυρήσει στην ανάκριση. Το 1980 δικάστηκε σε ισόβια και μεταφέρθηκε στις φυλακές Μέϊζ, που έγιναν γνωστές με τ’ όνομα «Anti H-Block», μιας κι εκεί κρατήθηκαν οι 10 απεργοί πείνας του IRA, που πέθαναν μαρτυρικά, πριν 30 χρόνια τέτοιον καιρό.

 

Την αρχή έκανε ο Μπόμπι Σάντς. Κράτησε 66 μέρες, μέχρι την 5η Μαΐου του 1981. Η Μάργκαρετ Θάτσερ «λυσσασμένη από το πάθος» του  «προκλητικού τρομοκράτη, που τιμωρήθηκε από το νόμο», (όπως με στόμφο δήλωνε), παρ’ όλο που τον είχαν εκλέξει (με επαναληπτικές εκλογές) οι βορειοιρλανδοί, βουλευτή του Βρετανικού Κοινοβουλίου (για να υπάρξει μεγαλύτερη πολιτική πίεση προς την εξουσία), δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα για ν΄ αναγνωριστούν τα δικαιώματα που ζητούσαν οι κρατούμενοι. «Δική του είναι θέληση να πεθάνει», είπε την τελευταία φορά, όταν την πληροφόρησαν ότι είναι πλέον ετοιμοθάνατος. «Εμείς δεν μπορούμε να του παρέχουμε, καμιά ιατρική υποστήριξη». Μέχρι κι απεσταλμένος του Πάπα Ιωάννη του 2ου επισκέφτηκε τον Μπόμπι Σαντς, για να του ζητήσει να διακόψει την αυτοκαταστροφική του διαμαρτυρία. Ακόμη. Αντιπρόσωπος της Ευρώπης για τ’ Ανθρώπινα Δικαιώματα πήγε να κάνει το ίδιο, όπως και διάφορες προσωπικότητες του κράτους της Ιρλανδίας. Αυτός όμως παρέμεινε ανένδοτος. «Αγώνας μέχρι θανάτου»!

 

Κι ήταν μόλις 27 χρονών. Στην κηδεία του παρευρέθηκαν χιλιάδες άτομα! Η κοινή γνώμη σ’ όλο τον κόσμο είχε σοκαριστεί!

 

Ακολούθησε στην άρνηση τροφής, ο κρατούμενος Φράνσις Χιούζ, που άρχισε την απεργία πείνας δυο βδομάδες αργότερα από τον Σαντς και άντεξε 59 μέρες. Ήταν ετών 25…

 

…Στη συνέχεια, σειρά πήρε ο Ρέιμοντ Μακ Κρις, 25 ετών.

 

Πέθαναν μαζί με τον Πάτσι Ο’ Χάρα (24 χρονών), μετά από 61 μέρες, την 21η Μαΐου. Ακολούθησε ο Τζόε Μακ Ντόνελ (30 χρονών) στις 8 Ιουλίου, μετά από 61 μέρες. Ο Μάρτιν Χάρσον (25 χρονών) στις 13 Ιουλίου, ύστερα από 46 μέρες. Την 1η Αυγούστου ο Κέβιν Λίντς (25 χρονών), μετά από 71 μέρες. Στις 2 Αυγούστου ο Κίραν Ντόροθι (26 χρονών), με 73 μέρες απεργία πείνας. Στις 8 Αυγούστου ο Τόμας Μακ Έλβι (24 χρονών), σε 62 μέρες και τελευταίος ο Μάικαλ Ντιβάιν (27) χρονών, μετά 62 μέρες.

 

Στη Νέα Υόρκη και στη Βοστόνη, οι κοινότητες των Ιρλανδών, κατεβαίνουν σε ογκώδεις διαδηλώσεις. Η εφημερίδα «Chicago Tribune», σε κύριο άρθρο της αναφέρει: Ο Μπόμπι Σαντς και οι σύντροφοί του, διάλεξαν μια μη βίαιη διαμαρτυρία πείνας, όπως ο Μαχάτμα Γκάντι, για να δείξουν τη θέληση των ιδεών τους. Οι ιρλανδικής καταγωγής βουλευτές στις ΗΠΑ, καταθέτουν ψηφίσματα στο Αμερικανικό Κογκρέσο και ζητούν την παρέμβαση του ΟΗΕ.

 

Οργανώνονται από τους Ιρλανδούς της διασποράς, αλλεπάλληλα σαμποτάζ σε βρετανικές επιχειρήσεις και τράπεζες. Σ’ όλο τον κόσμο, ξεπετιέται ένα κίνημα συμπαράστασης στους απεργούς του IRA.

 

 Οι Grateful Dead αφιερώνουν το τραγούδι Ηe’s Gone (video), στ’ αδικοχαμένα θύματα της ιρλανδικής τραγωδίας, όπως σημειώνει ο κιθαρίστας Μπομπ Γουέιρ.

 

Σαν σήμερα… ήταν το τότε.

 

Πέρασαν τα χρόνια.

 

Η Βόρειος Ιρλανδία, ενώθηκε ουσιαστικά με τη Νότια, μέσω της Ε.Ε.

 

Ο ΙRA σταμάτησε τη στρατιωτική δράση στη δεκαετία του ’90.

 

Η Θάτσερ πετάχτηκε έξω από την κυβέρνηση.

 

Ακολούθησαν οι Εργατικοί και ξαναεπανήλθαν οι Συντηρητικοί.

 

Σαν να μην άλλαξε τίποτε. Η Βόρειος Ιρλανδία έχει κι αυτή τα οικονομικά της προβλήματα. Τα ναυπηγία που έτρεφαν αρκετό κόσμο, δεν πάνε καλά. Μουρμούρες υπάρχουν, γιατί οι άνεργοι αυξάνουν και κόβονται επιδόματα.

 

Κανένας στη περιοχή αυτή δεν έχει όρεξη για ένοπλες ανατροπές. Μόνο  εκσυγχρονιστικές προσαρμογές κι αυτές με το μέτρο. Η νέα γενιά πέρασε σε άλλη συχνότητα. Κορίτσι κι αγόρια μιας νέας εποχής.

 

Οι Βρετανοί δεν ασχολούνται πλέον με τους αποσχιστές.

 

Οι καθολικοί και οι προτεστάντες κουράστηκαν να στραβοκοιτάζονται.

 

Ακόμα κι οι παλιοί επαναστάτες, πέταξαν τα αμπέχονα και ντύθηκαν βουλευτές. Το κόμμα του Σιν Φέιν (οι δικοί μας) παράτησε τα ντουφέκια (2005) και μπήκε στο Κοινοβούλιο. Μάλιστα πρόσφατα βγήκε δεύτερο (με 27%), με πρώτο εκείνο της Ενωμένης Κεντροδεξιάς (30%). Ο αρχηγός Γκέρι Άνταμς, μετά την επιτυχία του αντίστοιχου Σιν Φέιν (που είχε επίσης άνοδο και στη Νότια Ιρλανδία), πρέπει να αισθάνεται ικανοποιημένος. Όλα σχεδόν έχουν αλλάξει. Άσπρισαν βλέπεις και τα μαλλιά του. Ο χρόνος μικραίνει τα πάθη…

 

…Μόνο οι τοίχοι εδώ κι εκεί, θυμίζουν πλέον τη δεκαμελή παρέα, που πριν τρεις δεκαετίες, τότε στα χρόνια της φωτιάς και του μίσους, έδωσαν τα νιάτα τους, για ένα ιδανικό, που δε βρήκε ανταπόκριση στα σημερινά δεδομένα. Παρατηρώντας τις τρέχουσες εξελίξεις στη Βόρειο Ιρλανδία, μπορεί να εκλάβεις εκείνους τους μαχητές, που πάλεψαν να μην κιοτέψουν στο σύστημα, ως ρομαντικούς κι ίσως  ακόμη πιο πέρα. Πεισματάρικα μυαλά, μαγεμένα από τους θρύλους, τις παραδόσεις και την μουσική της κέλτικης άρπας. Τραγουδιστές της ελευθερίας. Μια λέξη, που γεμίζει την ψυχή σου, που ταξιδεύει το μυαλό σου, που για χάρη της πλανεύτρας ελπίδας, χαραμίζεις τα νιάτα και κερδίζεις την αθανασία.

 

Βροχερό απόγευμα. Ένας μικρός Ιρλανδός, κρατάει μερικά αγριολούλουδα. Θέλει να τα προσφέρει…

 

Τ’ αυτοκίνητα προσπερνούν βιαστικά τον αγροτικό δρόμο.

 

Δίπλα στον αμαξωτό, είναι ένας βράχος.

 

Εκεί βρίσκεται στημένο, ένα πέτρινο σύμβολο.

 

Ένας γοτθικός κι ένας κέλτικος σταυρός, αντάμα αλληλοκοιτιούνται…

 

Στη βάση του μνημείου, μια επιγραφή σημειώνει:

 

«Δυο συνομήλικοι, ένας Βρετανός κι ένας Ιρλανδός, πολέμησαν και χάσανε τη ζωή τους ως εχθροί, γιατί δεν βρήκαν τον καιρό να πιούν μαζί μια μπύρα»! Κι είχαν τόσα να πουν…