Εάν υπήρχε μπλουζάκι με τέτοιο σύνθημα, παίζει και να το φόραγαν γύρω στα 2 εκατομμύρια άτομα σε αυτή την χώρα. Για μένα που είμαι τέκνο της μεταπολίτευσης, ΟΛΟΙ, ήταν στο Πολυτεχνείο. Αλλά όλοι όμως. Όποιον (κατά βάση, όποιον έχει οποιαδήποτε σχέση με το

Του Μανόλη Αγγελίδη

           

            Roger de la Frasnaye, «Η κατάκτηση του αέρα», 1913

           

            Πριν ακόμη εκδηλωθεί η κρίση στη σημερινή της μορφή, είχαν προβληθεί διάφοροι τόποι που συνέδεαν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας και τις κοινωνικές πολιτικές με αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς βεβαίως να διευκρινίζονται αυτά τα καθεστώτα.

Έτσι, κάθε αναδιανεμητική πολιτική εθεωρείτο εξ ορισμού συνδεδεμένη με μορφές αναγκασμού. Αυτές οι πολιτικές θα έπρεπε να ανασταλούν για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε πολιτικές που ευνοούν τον ανταγωνισμό, ο οποίος περίπου αυτομάτως θα επέλυνε και τα ζητήματα της κοινωνικής προστασίας. Tαυτοχρόνως, στο εσωτερικό αυτών των τόπων διαπιστώνει κανείς την απώθηση των ζητημάτων σύνδεσης της κοινωνικής πολιτικής με τη δημοκρατική αρχή. Η δογματική προσήλωση σε αυτές τις αντιλήψεις και οι απόπειρες πραγματοποίησής τους σε πολιτικές οδήγησαν σε όσα βιώνουμε σήμερα: από τη μια μεριά, στην πλήρη αποσύνθεση των δικτύων κοινωνικής προστασίας και, από την άλλη μεριά, στην άσκηση πολιτικών δημευτικής φορολογίας των πολιτών.

           

            Μια ορισμένη θεωρητική παράδοση της κοινωνικής πολιτικής έχει αναπτύξει μια αμιγώς εργαλειακή μεθοδολογία, η οποία αναπτύσσεται βάσει της σχέσης κόστους/οφέλους ως προς τα μέτρα κοινωνικής προστασίας που είναι δυνατόν να υιοθετηθούν έναντι των ασθενέστερων τάξεων. Αυτή η μεθοδολογία επιτρέπει και δικαιολογεί την προϊούσα συρρίκνωση των δικτύων προστασίας της κοινωνικής εργασίας, με πρώτα θύματα τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία, παιδεία κλπ. Ωστόσο, ένα άλλο θύμα αυτών των αντιλήψεων είναι η δημοκρατική αρχή κατά την εφαρμογή της, καθώς η συρρίκνωση των κοινωνικών πολιτικών συρρικνώνει ταυτοχρόνως και την αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί το υπόστρωμά τους.

           

            Στην πρόσφατη ιστορική εμπειρία, το κοινωνικό πεδίο της πιο ακραίας έκφρασης εφαρμογής της εργαλειακής λογικής και, ταυτοχρόνως, άρσης της δημοκρατικής αρχής, υπήρξε η ναζιστική Γερμανία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του ακραίου εργαλειακού ορθολογισμού είναι μια αφίσα του 1936, όπου απεικονίζεται ένας ασθενής με καταφανώς χρόνια νόσο, και πίσω του ένας νοσηλευτής με άσπρη μπλούζα. Στην αφίσα αναγράφεται: «Αυτό το πρόσωπο, που υποφέρει από κληρονομική πάθηση, κοστίζει, κατά τη διάρκεια του βίου του, 60.000 μάρκα στην εθνική κοινότητα (Volksgemeinschaft). Σύντροφε, πρόκειται και για δικά σου χρήματα». Αυτός ο εργαλειακός ορθολογισμός, στη συνάφειά του με τη ναζιστική ιδεολογία της ανώτερης υγιούς φυλής, αποτέλεσε το υπόστρωμα του περιβόητου σχεδίου δράσης Τ4 (Tiergartenstraße 4), του ναζιστικού προγράμματος ευθανασίας των χρονίως πασχόντων. Αυτή η ιδέα της φυλετικής Volksgemeinschaft εκφράζει, πέραν των άλλων, και την πλήρη υπονόμευση της δημοκρατικής αρχής, η οποία θεωρείται από τους θεωρητικούς του ναζισμού το τελευταίο κατάλοιπο της Γαλλικής Επανάστασης, και προϋποθέτει τη πλήρη σύγχυση της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας. Τα μέλη αυτής της φυλετικής Volksgemeinschaft απολαμβάνουν δωρεάν προγράμματα στέγασης, περίθαλψης, εκπαίδευσης, διακοπών κλπ., οι πόροι των οποίων προέρχονταν, αρχικά, από την απαλλοτρίωση των εβραϊκών περιουσιών και, στη συνέχεια, από την καταλήστευση των πόρων των κατακτημένων περιοχών της Ευρώπης, για να μην αναφέρουμε την αναγκαστική, μέχρι θανάτου, εργασία των αλλοφύλων, είτε αυτοί ήταν Εβραίοι, είτε αιχμάλωτοι πολέμου, είτε επιστρατευμένοι εργάτες από άλλες χώρες.

           

            Για τον προσδιορισμό της κοινωνικής πολιτικής θα χρειαζόμασταν ένα κανονιστικό κριτήριο. Καταρχάς, ως κοινωνική πολιτική θα μπορούσε να ορισθεί ως εκείνη η πολιτική που συμπυκνώνει συνθήκες προστασίας της κοινωνικής εργασίας. Με αυτή την έννοια, η κοινωνική πολιτική περιέχει ως προσημείωση τη δυνατότητα άρσης του χωρισμού της εργασίας από το προϊόν της. Αυτή η προσημείωση μπορεί να ανιχνευθεί ήδη στην πρώιμη κεϋνσιανή προβληματική. Ο Κέυνς, στις Οικονομικές συνέπειες της ειρήνης (1919), σημείωνε ότι «η τεράστια συσσώρευση σταθερού κεφαλαίου, η οποία, προς μεγάλο όφελος της ανθρωπότητας, συσσωρεύθηκε στη διάρκεια μισού αιώνα πριν από τον πόλεμο, δεν θα μπορούσε να προκληθεί σε μια κοινωνία στην οποία ο πλούτος διενέμετο δίκαια. Οι παγκόσμιοι σιδηρόδρομοι, που κατασκευάστηκαν αυτή την εποχή ως μνημεία ευημερίας, υπήρξαν, όχι λιγότερο απ’ όσο οι Πυραμίδες της Αιγύπτου, το έργο της εργασίας, η οποία δεν ήταν ελεύθερη να καταναλώσει, απολαμβάνοντας άμεσα, το πλήρες ισοδύναμο των προσπαθειών της». Διαπιστώνει κανείς εν προκειμένω ότι η μη δίκαιη διανομή του πλούτου στερεί από την κοινωνική εργασία τη δυνατότητα να απολαύσει το προϊόν της εργασίας της, και αυτή η στέρηση αποτελεί εσωτερικό, δομικό, στοιχείο μιας κοινωνίας της ανισότητας. Αλλά σε μια κοινωνία της ανισότητας, όπου η κοινωνική εργασία στερείται το προϊόν που η ίδια παράγει, οι πολιτικές αναδιανομής αναπτύσσονται και ασκούνται πλημμελώς, τόσο ως προς το κοινωνικό τους περιεχόμενο, όσο και ως προς τις πολιτικές προϋποθέσεις τους, που συνοψίζονται στις διαδικασίες νομιμοποίησης και δημόσιας διαβούλευσης. Με αυτή την έννοια, τα αυταρχικά καθεστώτα δεν είναι σε θέση να ασκήσουν κοινωνική πολιτική.

           

            Ο εργαλειακός ορθολογισμός βρήκε προνομιακό πεδίο έκφρασης στον χώρο του νέο-φιλελευθερισμού, παρότι εκεί ιδεολογικοποιήθηκε μέσω της αναβιωμένης εκδοχής τού ελεύθερου ανταγωνισμού και του λιγότερου κράτους. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, αυτή η εκδοχή του ελεύθερου ανταγωνισμού προϋποθέτει ισχυρότερο κράτος για να επιβάλει τις μορφές του ανταγωνισμού, οι οποίες δεν έχουν τα χαρακτηριστικά ενός ιδεατού «ελεύθερου ανταγωνισμού», αλλά αντιστοιχούν στις νέες, παγκοσμιοποιημένες, μορφές των χρηματοπιστωτικών μονοπωλίων.

           

            Στην ανωτέρω λογική μετέχει και η προβληματική του «τρίτου δρόμου», που έφερε μαζί της ένα σοσιαλδημοκρατικό άρωμα. Σε σύγκριση με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα των μέσων της δεκαετίας του 1970 και της δεκαετίας του 1980, η προβληματική του «τρίτου δρόμου» θα μπορούσε να εκληφθεί και ως απόπειρα «διόρθωσης» των ακροτήτων του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, και ως τέτοια ενσωματώνει πυρηνικά στοιχεία του.

           

            Ένα τέτοιο στοιχείο, λ.χ., είναι η αποδοχή των απόψεων και τόπων περί διοικητικής ακαμψίας κατά την άσκηση των κοινωνικών πολιτικών. Δεδομένης αυτής της ακαμψίας, θεωρήθηκε ορθότερο και αποτελεσματικότερο οι προστατευτικές κοινωνικές λειτουργίες να περιέλθουν στους φορείς της κοινωνίας των πολιτών, χάνοντας ωστόσο τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους ως λειτουργιών αναγκαίων για την κοινωνική αναπαραγωγή, οι οποίες επιτελούνταν στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ (δημοκρατικής) πολιτικής και (κοινωνικής) οικονομίας. Αλλά και στη λογική του τρίτου δρόμου μπορεί να διαπιστώσει κανείς ένα είδος συγχύσεως ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα. Αυτή η σύγχυση εκφράζεται μέσω των διαδικασιών απόσπασης λειτουργιών από τη δημόσια σφαίρα και τη μεταφορά τους είτε στην ιδιωτική σφαίρα, είτε στη λεγόμενη σφαίρα της «κοινωνίας των πολιτών», ως οιονεί δημόσιας σφαίρας. Ως προς αυτό, ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης (Κανόνες και αντινομίες στην πολιτική) έχει ήδη επισημάνει ότι αυτή η σφαίρα συγκροτείται υπό τον όρο ότι αποχωρίζεται «από τις διαδικασίες της εργασίας και τη λογική του κεφαλαίου και των αγορών και επικεντρώνεται σε κινήματα που αναφέρονται σε επιμέρους όρους αναπαραγωγής (κατοικία, περιβάλλον, ποιότητα δημοσίων υπηρεσιών), χωρίς να αποκαθίσταται η διαπλοκή μεταξύ τους και με τους αποχωρισμένους από αυτούς συγκροτησιακούς όρους του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας».

           

            Υποπροϊόν της ανωτέρω συγχύσεως ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα είναι ο προϊόντως αντιδημοκρατικός χαρακτήρας σειράς ρυθμίσεων, οι οποίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην επίκληση της νομιμότητας, παραγνωρίζοντας ωστόσο τις διαδικασίες νομιμοποίησης, οι οποίες είναι ευρύτερες του πεδίου στο οποίο συγκροτείται η τυπική νομιμότητα. Γίναμε σχετικά πρόσφατα (23.8.2011) μάρτυρες αυτής της παραγνώρισης, όταν λ.χ., κατά τη συζήτηση του νέου νόμου στη Βουλή για την ανώτατη εκπαίδευση, προεβλήθη η άποψη ότι συνιστά «κομβική παθογένεια» και «μοναδικό φαινόμενο» να εκλέγονται οι πανεπιστημιακές αρχές από εκείνους που καλούνται να διοικήσουν. Προεκτείνοντας καθ’ υπερβολήν αυτή την άποψη, γιατί να μην μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έχουμε σήμερα το μοναδικό φαινόμενο στη χώρα μας να ψηφίζεται η κυβέρνηση από αυτούς που πρόκειται να διοικήσει, επομένως γιατί ο πρωθυπουργός της χώρας να μην εκλέγεται από ένα συμβούλιο εκλεκτόρων, ύστερα από διεθνή πρόσκληση;

           

            O Μανόλης Αγγελίδης διδάσκει πολιτική θεωρία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.