Ανακοινώσεις

Ο κυρίαρχος αλγόριθμος Ψηφιακή ταυτότητα, ολοκληρωτική επιτήρηση, πολιτικό σύστημα

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εισήγηση του Ρενάτο Κούρτσιο σε μία συνάντηση-συζήτηση για το βιβλίο του «Ο κυρίαρχος αλγόριθμος. Ταυτοτικές μεταμορφώσεις και κίνδυνοι ολοκληρωτισμού στην τεχνητή κοινωνία» (εκδόσεις Sensibili alle foglie, 2018), που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο στις 27 Σεπτέμβρη 2018.

Tο πρόσφατο βιβλίο μου, «Ο κυρίαρχος αλγόριθμος», αναφέρεται στις αλλαγές συσχετισμών εξουσίας που βιώνουμε, και συγκεκριμένα στη μεγάλη ανθρωπολογική μετάλλαξη που αφορά όχι μόνο στο διαδίκτυο, από τεχνολογική άποψη, αλλά και στη διαμόρφωση της κοινωνίας στην οποία ανήκουμε.

Μας συνηθίσανε να φανταζόμαστε τις σχέσεις εξουσίας, τουλάχιστον στην πιο συγκροτημένη τους μορφή, στο φως των αναλύσεων του Βέμπερ και του Φουκώ – για να μην αναφερθούμε σε κλασσικές μαρξιστικές θέσεις. Αυτό σημαίνει πως στη σύγχρονη εποχή αντιμετωπίζουμε την εξουσία στα πλαίσια ενός κόσμου που έχει πάψει να υπάρχει, γιατί τα τελευταία τριάντα χρόνια, από το 1990-91, στον κόσμο αυτό συμπεριλαμβάνεται και μια νέα «ήπειρος»: το διαδίκτυο. Αυτό είναι το πρώτο σημείο για το οποίο θα ήθελα να καταθέσω την άποψη μου.

Πρέπει να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το διαδίκτυο σαν τέτοιο γιατί είναι ένας χώρος που πριν δεν υπήρχε, στο εσωτερικό του οποίου κρίνονται πλέον οι τύχες της οικονομίας, της επικοινωνίας, της πολιτικής, τελικά όλες οι εκφάνσεις της ζωής των ανθρώπων που ζουν στις παραδοσιακές ηπείρους. Οι ζωντανές ανθρώπινες σχέσεις κατάντησαν σήμερα δευτερεύουσες, σε σχέση με τις φαντασιακές σχέσεις που ενυπάρχουν στη διαδικτυακή πραγματικότητα.

Η γέννηση των διαδικτυακών «ηπείρων»

Το διαδίκτυο γεννιέται στις ΗΠΑ, σαν αποτέλεσμα ανταγωνισμού δύο δυνάμεων, της στρατιωτικής και της επιστημονικής, στη βάση ερευνών αμερικανικών πανεπιστημίων που άρχισαν να μελετούν την επικοινωνία ανάμεσα σε υπολογιστές, δηλαδή τη δημιουργία ενός δικτύου. Όταν αναφερόμαστε στο «δίκτυο» εισερχόμαστε σταδιακά σε ένα πολύ υλικό πεδίο, γιατί το δίκτυο είναι κάτι υλικό, που υπάρχει, και στα πλαίσια του οποίου γίνονται πράγματα, αλλά ένα πεδίο πολύ διαφορετικό από το δίκτυο των σχέσεων: Πρόκειται για ένα δίκτυο συνδέσεων, ανάμεσα σε υπολογιστές, σε μηχανήματα που διασυνδέονται μεταξύ τους.

Μιλώντας για το διαδίκτυο, αναφερόμαστε σε μια τεχνητή και μη φυσική κοινωνία, κι αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο, γιατί καθώς αυτό το δίκτυο επεκτεινόταν, έφερε το στίγμα των επινοητών του, δηλαδή μια σημαία, αυτή των ΗΠΑ, την οποία κυμάτιζαν δύο χέρια: ένα στρατιωτικό και ένα εκείνων των τολμηρών επιχειρηματιών που ασχολούνταν ήδη με τους υπολογιστές, που από απλά κομπιουτεράκια που ήταν στην αρχή, στη συνέχεια τους μετέτρεψαν σε οντότητες συνδεδεμένες μεταξύ τους, συγκροτώντας ένα δίκτυο.

Στην «ήπειρο» αυτή που αναπτύχθηκε με τρομακτική ταχύτητα, στην οποία εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε συνηθισμένοι, εισχωρήσαμε σταδιακά. Όσον αφορά στη Δύση μέσα σε τριάντα χρόνια περίπου το 80-85% του πληθυσμού της συμμετέχουν στο δίκτυο, για θέματα εργασιακά, επικοινωνιακά και κάθε είδους δραστηριότητας, που σήμερα εκτυλίσσεται περισσότερο στο διαδίκτυο παρά στην αληθινή ζωή.

Σε αυτή τη νέα «ήπειρο» μπήκαμε σιγά-σιγά, θεωρώντας τη φυσιολογική, αλλά και γοητευμένοι από τις ευκολίες και από τις πολλές ευκαιρίες και δυνατότητες που μας προσφέρει. Στέλνουμε email, δημιουργούμε ομάδες συνομιλίας στο Viber, λέμε τη σκέψη μας σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, κοινοποιούμε και στέλνουμε φωτογραφίες κ.λπ.

Μέσα σε τριάντα χρόνια, το πεδίο αυτό έγινε ένας εκτεταμένος και πολυδύναμος χώρος-ήπειρος, σε σημείο που αυτοχαρακτηρίστηκε «World wide Web» (ΣτΜ: Παγκόσμιος Ιστός), δίνοντας μια παγκόσμια διάσταση, «εμείς είμαστε ο κόσμος του ίντερνετ» – κάτι που είναι μεγάλο ψέμα.

Δεν ισχύει ότι το διαδίκτυο είναι ο κόσμος, είναι ένας κόσμος, και μάλιστα ο αμερικανικός. Υπάρχει κι ένας άλλος εξίσου ισχυρός κόσμος, ο κινεζικός, όπου περιηγούνται περίπου ένα δισεκατομμύριο άτομα, που δεν λειτουργεί με τον αμερικανικό κώδικα, έχει αντίστοιχη δομή στον τομέα της έρευνας, της κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ., αλλά αποτελεί έναν άλλο πόλο, μια άλλη ήπειρο, με άλλη σημαία, την κινεζική.

Υπάρχει και μια τρίτη «ήπειρος», η ρωσική, πολύ υψηλού τεχνολογικού επιπέδου. Αν κάναμε μια αξιολόγηση-κατάταξη, δεν θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα ποια απ’ όλες είναι η πιο ισχυρή. Μιλώντας για κυβερνοπόλεμο, αναφερόμαστε στο γεγονός ότι ανάμεσα σε αυτές τις «ηπείρους», που περιλαμβάνουν πλέον την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, υπάρχει μια έντονη και βαθειά διαμάχη που αφορά την εξουσία, το ποιος θα την ασκήσει, ποιος θα καταφέρει να καταλάβει τα εδάφη που οι άλλοι αποικιοποιούν. Κι εδώ έρχομαι στο δεύτερο σημείο.

Αποικίες και αποικιοκράτες

Μια ήπειρος αναπτύσσεται στο βαθμό που στο εσωτερικό της υπάρχουν έποικοι που δημιουργούν αποικίες. Για παράδειγμα οι Έλληνες τον 8ο π.Χ. αιώνα αποφάσισαν να ιδρύσουν μια σειρά από αποικίες στη Νότια Ιταλία, στο Αγκριτζέντο, στον Κρότωνα, την Κατάνια κ.λπ. Το να ιδρύσεις μια αποικία, από τεχνική άποψη, σημαίνει να κάνεις μια πολύ συγκεκριμένη απτή ενέργεια: Να πάρεις μερικούς ανθρώπους, ένα πλοίο, να το ρίξεις στη θάλασσα, να βρεις έναν τόπο και να εγκατασταθείς μόνιμα σε αυτόν, λέγοντας: «Εδώ θα μένω τώρα. Όποιος θέλει μπορεί να έρθει στην αποικία μου κι αν κάποιος επιχειρήσει να τον εμποδίσει, θα του κόψω το κεφάλι». Πάντα έτσι λειτουργούσαν οι αποικίες, κι εμείς οι Ευρωπαίοι είχαμε πολλές στην ιστορία, αφού από τον Χριστόφορο Κολόμβο και μετά αποικιοποιήσαμε σχεδόν όλες τις άλλες ηπείρους. Και η Ιταλία είχε μια μεγάλη ιστορία από απάνθρωπους εποικισμούς, για παράδειγμα την Ερυθραία, τη Σομαλία και τη Λιβύη, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το τέλος του φασισμού, μεταφέροντας εκεί μελανοχίτωνες και στρατιώτες. Το να φτιάξεις μια αποικία σημαίνει λοιπόν να εγκατασταθείς πολύ συγκεκριμένα σε μια περιοχή.

Αμέσως μόλις δημιουργήθηκε το διαδίκτυο, όπου οι στρατιωτικοί το μετέτρεψαν σε χώρο δράσης μη στρατιωτικών, δηλαδή από το 1990 και μετά, με την τεχνική εφαρμογή του http, του πρωτοκόλλου του διαδικτύου, μια σειρά επιχειρήσεων άρχισε να ιδρύει εκεί αποικίες. Τον πρώτο καιρό τις ίδρυσαν με μια στρατηγική, γιατί η ανεξερεύνητη αυτή ήπειρος χρειαζόταν να «κατοικηθεί» και να ξέρεις πώς θα το κάνεις. Δεν αρκούσε να αποκτήσεις τον «χώρο» σου αφού χωρίς ένα σύστημα σχέσεων αυτό δεν σήμαινε απολύτως τίποτα. Πράγματι τα πρώτα χρόνια χρωματίστηκαν από σκληρή αντιπαράθεση ανάμεσα σε διάφορες εταιρείες που προσπαθούσαν να εγκαταστήσουν εκεί μηχανές αναζήτησης.

Ήταν το φαινόμενο που ονομάστηκε «πόλεμος των μηχανών αναζήτησης», μια διαδικασία που σταδιακά πέταξε έξω τους ασθενέστερους ανταγωνιστές, αφού οι ισχυρότερες εταιρείες σαν την Google κυριάρχησαν και σήμερα αποτελούν την πύλη διαμέσου της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με πληροφορίες, ντοκουμέντα, τοποθεσίες, διευθύνσεις κ.λπ.

Αυτές οι μηχανές αναζήτησης εξερευνούν ένα μέρος του κόσμου, και βρίσκονται σε στρατηγική θέση, από την άποψη ότι όλες οι διαδράσεις μας περνούν αναγκαστικά μέσα από το αίτημα που τους υποβάλλουμε. Έτσι επινοούν μια πολύ ενδιαφέρουσα στρατηγική άνισων ανταλλαγών. Λένε «εγώ εγκαταστάθηκα, μπορώ να μπω σε αυτή την ήπειρο ή έστω σε ένα μεγάλο κομμάτι της, και όσο ισχυροποιούμαι, τόσο περισσότερο θα μπορώ να έχω πρόσβαση και στις άλλες διευθύνσεις, συνεπώς είμαι σε θέση να προσφέρω αυτή την υπηρεσία, κι αν εσύ επιθυμείς, μου υποβάλεις ένα αίτημα και εγώ σου δίνω τη δυνατότητα σύνδεσης, με αντάλλαγμα όμως όλα τα δεδομένα και τα μεταδεδομένα που έχεις στη διάθεση σου.»

Τα δεδομένα είναι το αίτημα που υποβάλλεις στην Google, τα μεταδεδομένα είναι τα χαρακτηριστικά του αιτήματος όπως η ώρα, ο τόπος, ο χρόνος στη διάρκεια του οποίου βρίσκεσαι σε αυτό τον τόπο. Αυτά θεωρήθηκαν φυσιολογικά από πολλούς και για πολύ καιρό δεν συνειδητοποιήθηκαν οι κίνδυνοι που προκύπτουν, και οι πλατφόρμες που δημιουργήθηκαν σταδιακά, σαν το Facebook, άρχισαν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: εγώ σου δίνω χώρο σε μια πλατφόρμα κι εσύ σε αντάλλαγμα μου δίνεις τα δεδομένα σου, δηλαδή τα περιεχόμενα που φορτώνεις και όλα όσα αφορούν τον χρόνο, την ημέρα, την ώρα, τις συνθήκες με τις οποίες προβαίνεις στις ενέργειες αυτές.

Κι αυτή είναι μια άνιση ανταλλαγή, επειδή όταν κυριάρχησαν αυτές οι δομές, πρόσφεραν δωρεάν υπηρεσίες παίρνοντας σε αντάλλαγμα τα δεδομένα που τους δίναμε δωρεάν, αλλά αν κάνουμε έναν απολογισμό, πρόκειται για μια μη δωρεάν ανταλλαγή, αφού εμείς παραμένουμε πολίτες χωρίς τίποτα στα χέρια μας και αυτές σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έγιναν κορυφαίες στον κόσμο, σε πωλήσεις και κεφάλαια. Άρα όσα τους δώσαμε ήταν τα υλικά με τα οποία αυτές διείσδυσαν στον καπιταλιστικό κόσμο, τόσο ως προς τα έσοδα που αποκόμισαν από τη χρήση αυτών των δεδομένων, όσο και ως προς την κυριολεκτική κεφαλαιοποίηση, με τα παιχνίδια στο Χρηματιστήριο και όλα τα συναφή.

Άνιση ανταλλαγή λοιπόν, κι αυτό είναι το δεύτερο σημείο που θέλω να θίξω. Αποικιοποίηση σημαίνει λοιπόν να ιδρύσεις μια αποικία προκειμένου να προβείς σε μια άνιση ανταλλαγή για να έχεις τεράστια κέρδη και ταυτόχρονα να ελέγχεις τα δεδομένα όλων όσων ζουν σε αυτή την αποικία.

Κατηγοριοποίηση και ταυτοποίηση των ανθρώπων

Το ερώτημα που μπορούμε να θέσουμε στο σημείο αυτό είναι «ποια είναι τα οφέλη μιας επιχείρησης από την ίδρυση μιας αποικίας στο εσωτερικό της ηπείρου αυτής;». Είναι δύο: το πρώτο είναι πολύ υλικό, που αναλύσαμε προηγούμενα – παίρνω όλες τις πληροφορίες σου, τις πουλώ σε βιομηχανικές δομές ή δομές υπηρεσιών κ.λπ. που δραστηριοποιούνται στη διαφήμιση, σε έρευνες αγοράς κ.λπ. Το δεύτερο αντίθετα, είναι μια ενέργεια πολύ πιο σύνθετη από αυτή: η επίδραση δηλαδή πάνω στις διαδικασίες ταυτοποίησης των ανθρώπων που εισέρχονται στην ήπειρό μου.

Αν μπεις στην ήπειρό μου και μου δώσεις τις πληροφορίες σου, τότε εγώ αποκτώ ένα είδος εξουσίας επάνω σου. Όχι μόνο σου αποσπώ χρόνο και δεδομένα, αλλά αρχίζω να σε γνωρίζω. Δίνω ένα παράδειγμα που μοιάζει άσχετο, αλλά μας βοηθά να καταλάβουμε αυτό τον μηχανισμό. Το 2020 στη Νέα Ζηλανδία ένα ρομπότ με το όνομα Σαμ θα λάβει μέρος στις βουλευτικές εκλογές. Πρόκειται για ένα ρομπότ που διαθέτει τεχνητή νοημοσύνη και κατασκευάστηκε στο Πανεπιστήμιο του Wellington, σε συνεργασία με δύο ιδιωτικές εταιρείες.

Αυτό το ρομπότ λέει: «εγώ θα συμμετάσχω στις βουλευτικές εκλογές, αλλά δεν έχω πρόγραμμα και αυτό είναι η δύναμη μου. Έρχομαι και σας λέω: θα είμαι ο πολιτικός που θα σας εκπροσωπήσει, αλλά δεν έχω ιδέα για όλα αυτά. Το παιχνίδι λειτουργεί ως εξής: κάντε μου μια ερώτηση, σχετικά με το τι θα σας ενδιέφερε». Ένας θα απαντήσει θέλω να φέρεις νερό στην τάδε περιοχή και ο Σαμ καταγράφει αυτή την πληροφορία. Μετά ακολουθούν άλλες ερωτήσεις κι αυτός τις επεξεργάζεται, τις κατατάσσει σε κατηγορίες και ορίζει προτεραιότητες και το ιδιαίτερο βάρος κάποιων αιτημάτων σε σχέση με τα υπόλοιπα, καταρτίζοντας έτσι ένα πειστικό πολιτικό πρόγραμμα, αφού θα αντανακλά τις απόψεις της πλειοψηφίας πάνω σε όλα τα ζητήματα που έχουν τεθεί. Με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη πιθανότητα νίκης στις εκλογές.

Το παράδειγμα αυτό μας ενδιαφέρει και από μια άλλη άποψη στη βάση της ανάλυσής μου που θα δούμε στη συνέχεια, αλλά στο μεταξύ θέλω να σκεφτείτε το ότι έχουμε απέναντί μας κάποια οντότητα που δεν μας ζητά να της πουλήσουμε πληροφορίες ή να τις χρησιμοποιήσει για διαφημιστικούς σκοπούς και που θέλει μόνο να νικήσει στις εκλογές. Πράγμα που σημαίνει ότι θέλει να παίξει με την εξουσία χρησιμοποιώντας για τούτο, εργαλειακά, την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό μας θέτει ένα άμεσο τεχνικό πρόβλημα που αφορά τη γλώσσα, εκφράσεις που χρησιμοποιούμε αναφερόμενοι σε όλα αυτά. Για παράδειγμα «ψηφιακή ταυτότητα». Αν ψάξουμε τη σημασία του όρου αυτού θα βρούμε καμιά εικοσαριά ή τριανταριά εκδοχές και θα ανακαλύψουμε μεγάλη σύγχυση ιδεών, αφού δεν θα μπορέσουμε να ξεχωρίσουμε αν αυτός αναφέρεται στον Ρενάτο Κούρτσιο, δηλαδή σε ένα άτομο ή σε μια συσκευή, στο smartphone που έχω στην τσέπη μου. Αυτή είναι μια ουσιαστική πλευρά γιατί όπως έλεγα προηγουμένως, στο διαδίκτυο οι συσκευές επικοινωνούν μεταξύ τους και έρχονται σε επαφή με το κινητό μου, δεν επικοινωνούν με μένα αλλά με τη συσκευή που κατέχω.

Έχει μεγάλη σημασία να ξεκαθαρίσουμε πως όταν εγώ μπαίνω στο διαδίκτυο δεν το κάνω μόνος μου, αλλά μαζί με το κινητό που χρησιμοποιώ σαν εργαλείο. Έτσι μιλάμε για δύο ταυτότητες που οφείλουμε να διαχωρίσουμε. Υπάρχουν συστήματα ελέγχου, όπως θα δούμε παρακάτω, που ενδιαφέρονται περισσότερο για τις συσκευές παρά για τους ανθρώπους, κι αυτό είναι κάτι που αφορά πρωτίστως την τεχνολογία και δευτερευόντως το άτομο Ρενάτο Κούρτσιο.

Ας δούμε το παράδειγμα του Facebook. Αν φτιάξω ένα προφίλ στην πλατφόρμα αυτή, στο «βιβλίο των προσώπων», μπορώ να βάλω τη φωτογραφία μου, τη φωτογραφία του σκύλου μου ή κάποιου άλλου, μιας κυρίας που μπορεί να μη γνωρίζω αλλά μου αρέσει και κανείς δεν θα πει τίποτα. Το Facebook θα ταυτοποιήσει τη συσκευή μου και θα μου δώσει την εξουσιοδότηση να ανοίξω ένα προφίλ, αφού έχει την IP από όπου φεύγουν όλα τα μηνύματα, και είναι αυτό που τους ενδιαφέρει. Αν εγώ ονομάζομαι Ρενάτο ή Φιλίππο ή ακόμη και… Κατερίνα, δεν έχει καμία σημασία για το Facebook.

Για την ακρίβεια έχει μεγάλη σημασία, αλλά από την άποψη της κοινωνικής ψυχολογίας: εγώ ξέρω πως ιδιοκτήτης αυτού του κινητού είναι ο Φιλίππο και πως εμφανίζεται σαν γυναίκα και αρχίζει να διαμορφώνει σχέσεις με άλλους με αυτό το προφίλ. Αυτό είναι ένα εξαιρετικό σενάριο για όποιον θέλει να κάνει μια δουλειά για τις πολλαπλές ταυτότητες των ατόμων και περισσότερο για τα ταυτοτικά παιχνίδια που κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, είτε στο Facebook είτε στα άλλα κοινωνικά δίκτυα.

Αν καταχωρίσω και αναλύσω αυτά τα δεδομένα, θα έχω δύο τρόπους ανάγνωσης: έναν που μπορώ να ονομάσω «ταυτοτική πολυφωνία» και έναν σαν «το ιστορικό των ταυτοτήτων» ενός συγκεκριμένου ατόμου. Είναι ένα βασικό ζήτημα γιατί οι ταυτοτικές πολυφωνίες είναι χαρακτηριστικό της ζωής μας, αφού ζούμε με αυτές, ο Μπάουμαν μιλούσε για ένα «βεστιάριο ταυτοτήτων»: στη δουλειά φορώ τη μια ταυτότητα, με τους φίλους φορώ μια άλλη, άλλη στον ιδιωτικό μου βίο, για να μη μιλήσουμε για το τι συμβαίνει στα ΜΜΕ.

Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ταυτότητα της συσκευής και τις ταυτοτικές διαδικασίες είναι εξαιρετικά σημαντικός κι είναι μια κατάσταση που θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει διπλή υπόσταση. Πράγματι στη διαδικτυακή ήπειρο έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύο προσεγγίσεις που αντιστοιχούν στις δύο δυνάμεις που τις δημιούργησαν και είδαμε πριν ότι η μία είναι η στρατιωτική, που ενδιαφέρεται περισσότερο για τις συσκευές παρά για τις ταυτότητες: τα συστήματα ελέγχου προσπαθούν να εντοπίσουν συσκευές και όχι ταυτότητες. Για τον λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες απαγόρευσαν δια νόμου στους Αμερικάνους στρατιωτικούς, κάθε βαθμίδας, να χρησιμοποιούν smartphone της Huawei, δηλώνοντας έτσι πως δεν είναι δυνατόν να έχουν στην τσέπη τους μια κινεζική συσκευή που μπορεί να τους εντοπίζει, αποκαλύπτοντας έτσι στην Κίνα τις θέσεις των Αμερικανών στρατιωτών. Αποδεχόμενες με τον τρόπο αυτό πως οι συσκευές μπορούν να ανιχνεύουν και να κοινοποιούν σε μια άλλη συσκευή το πού βρίσκεται ο ιδιοκτήτης τους. Αυτό ισχύει επίσης και για τη Samsung, την Apple και όλους τους κατασκευαστές smartphone: οι εταιρίες εύκολα μπορούν να εντοπίσουν τις θέσεις μας στον χρόνο και τον χώρο.

Κατά συνέπεια οι σχέσεις του διαδικτύου με τις στρατιωτικές επεμβάσεις εμφανίζονται όλο και πιο ανησυχητικές, γιατί συνδέονται με την ολοκληρωτική επιτήρηση, αφού από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του το ίντερνετ είχε αντικειμενικό σκοπό να θέσει στην κυκλοφορία συσκευές που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για την επικοινωνία, την εργασία, τις αγορές κ.λπ., και που μπορούν να εντοπιστούν επακριβώς στον χώρο και τον χρόνο.

Αυτό το σύστημα επιτήρησης κινείται σε πολλά επίπεδα. Το ένα αφορά στην κατηγοριοποίηση των ανθρώπων που κινούνται στη διαδικτυακή «ήπειρο». Είναι εύκολα κατανοητή η εμπορική του χρήση: αν έχω όλα τα στοιχεία των ανθρώπων από 16 ως 18 ετών θηλυκού γένους που κατοικούν στη Ρώμη και ενδιαφέρονται για τη μουσική, μπορώ να κάνω μια γρήγορη αλγοριθμική επεξεργασία των προτιμήσεων αυτού του γυναικείου πληθυσμού, στη βάση μιας πληροφορίας με εξαιρετικό ενδιαφέρον για τις εταιρείες που ασχολούνται με τη μουσική.

Μπορώ να ομαδοποιήσω τα δεδομένα κατά ηλικία, περιοχή, γειτονιές της πόλης, οτιδήποτε, ακόμη και σχετικά με τις πολιτικές προτιμήσεις, π.χ. το κομμουνιστόμετρο ή το αναρχόμετρο, τρόπους κατάταξης των βιβλίων που αγοράζουμε στο διαδίκτυο που κάποιοι τους ονόμασαν έτσι χαριτολογώντας είναι ξεκάθαρο πως αν για δύο χρόνια αγοράζω συνεχώς π.χ. βιβλία του Προυντόν, θα έχω ένα συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό, όπως θα έχω έναν άλλο αν αγοράζω συνέχεια βιβλία του Χίτλερ, εύκολα μπορεί να καταλήξει κανείς σε παρόμοια συμπεράσματα.

Σχετικό ενδιαφέρον έχει εκφράσει η Amazon και το Netflix. Όποιος έχει το δεύτερο, ξέρει καλά πως προτού να έχεις πρόσβαση σε αυτό, πρέπει να απαντήσεις σε ένα απλό και κοινότυπο ερώτημα, ποιες κατηγορίες ταινιών και τηλεοπτικών σειρών σε ενδιαφέρουν περισσότερο. Ουσιαστικά το Netflix δρα σαν τον Σαμ, «δεν γνωρίζω τίποτα για σένα, αλλά από δω και στο εξής αρχίζω να σε μαθαίνω».

Εσύ λες πως σου αρέσει ο Philip Dick ή ο Manzoni και το Netflix σε κατατάσσει στην κατηγορία του αντίστοιχου προσανατολισμού, για να το επαληθεύσει στη συνέχεια, αν μια άλλη μέρα αγοράσεις κάτι διαφορετικό, θα σε κατατάξει στους αναποφάσιστους χρήστες απροσδιόριστων προτιμήσεων κι αν πάλι εξακολουθήσεις να ψάχνεις τις ίδιες τηλεοπτικές σειρές, θα ξέρει καλά ποιες είδες και ποιες όχι, ποιες έχει στη διάθεσή του και πώς να σου τις προωθήσει και θα αυξήσει την πιθανότητα να σου πουλήσει κάποιο δικό του προϊόν.

Έχουμε λοιπόν δύο διαδρομές, την ταυτότητα των συσκευών και την ταυτότητα των ανθρώπων, που στοχεύουν σε διαφορετικά πράγματα αλλά συναντώνται και οι δύο σε δύο συνταραχτικά ζητήματα.

Το πρώτο είναι πως αν ασχοληθούμε με τις συσκευές, θα αντιληφθούμε ότι υπάρχουν άπειρες παραποιημένες συσκευές, αναρίθμητα smartphone που δεν μπορούν να εντοπιστούν, υπολογιστές που σε παραπέμπουν από τον ένα server στον άλλο χωρίς να καταλαβαίνεις πού βρίσκονται, υπολογιστές-ζόμπι που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού παρά μόνο στον δικό σου υπολογιστή κι εσύ δεν το ξέρεις. Ένας χάκερ μπορεί να εγκαταστήσει στον υπολογιστή σου έναν υπολογιστή-φάντασμα, να τον συνδέσει με πολλούς άλλους παρόμοιους και να τους χακάρει, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη την επιστροφή στον πρώτο υπεύθυνο. Αυτές οι λειτουργικές αλλά μη εντοπίσιμες συσκευές χρησιμοποιούνται στις εκστρατείες προσέλκυσης αγοραστών, αλλά όχι μόνο, αφού ενδιαφέρονται πολύ και για την πολιτική.

Αν ασχοληθούμε αντίθετα με τις ταυτότητες των χρηστών, θα αντιμετωπίσουμε ένα άλλο πρόβλημα. Μέσα στο Facebook π.χ. υπάρχουν 200 εκατομμύρια ανύπαρκτων, ψεύτικων προφίλ που έχουν φτιαχτεί μόνο για να προβαίνουν σε κάποιες ενέργειες, κάτι που συμβαίνει επίσης στο 20% των προφίλ του Twitter. Και αυτό είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι, γιατί έχουμε και τις περιπτώσεις των τηλεπικοινωνιών και των καρτών sim που συνδέονται με ψεύτικες ταυτότητες ή με όσους παρουσιάζονται σαν κάποιοι άλλοι, όπως π.χ. τον Άγγλο συγγραφέα Roger Jon Ellory, που χρησιμοποιώντας διαφορετική ταυτότητα αναρτούσε εγκωμιαστικά σχόλια των βιβλίων του στην Amazon ή την Tommasa Giovannoni Ottaviani, σύζυγο του Renato Brunetta, που με το ψεύτικο όνομα Beatrice Di Maio, είχε ανοίξει προφίλ στο Twitter από όπου εξαπέλυε καταιγισμό tweet ενάντια στον τότε πρωθυπουργό Μ. Renzi και στον τότε πρόεδρο της ιταλικής Δημοκρατίας Mattarella. Ακόμα, την περίπτωση της Amina Arraf, της μπλόγκερ που έστελνε ειδήσεις σε πραγματικό χρόνο δήθεν από τη Συρία, χαίροντας μάλιστα της εκτίμησης των διεθνών Μέσων Ενημέρωσης για αρκετό καιρό, μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για τον Tom MacMaster που έκανε το διδακτορικό του στο Εδιμβούργο, γράφοντας από τη Σκωτία. Αυτές οι περιπτώσεις έχουν ενδιαφέρον για να μας κάνουν να σκεφτούμε πως όταν ασχολούμαστε με τις ταυτότητες κινούμαστε σε ανεξερεύνητο ουσιαστικά πεδίο. Στο διαδίκτυο υπάρχουν τοποθεσίες που παρέχουν πλήρεις ψεύτικες ταυτότητες: όνομα, επίθετο, επάγγελμα, τηλέφωνο, ηλεκτρονική διεύθυνση, οδό, συγγενείς, βιογραφικό κ.λπ. Για να μην αναφερθούμε στους νεκρούς των οποίων τα προφίλ παραμένουν ενεργά.

Ανακεφαλαιώνοντας: όσον αφορά τις συσκευές, τα κράτη γνωρίζουν πού βρίσκονται αυτές οι συσκευές, από τις οποίες δεν είναι όλες εντοπίσιμες. Όσον αφορά τις ταυτότητες, οι εταιρείες που ενδιαφέρονται να συλλέξουν πληροφορίες δεν δίνουν δεκάρα να μάθουν τι και πόσα παιχνίδια παίζονται, γιατί διαθέτοντας ένα ιστορικό, μπορούν εύκολα να κατασκευάσουν ακόμη και ψεύτικα προφίλ και να διαχωρίσουν αυτούς που χρειάζονται για να κάνουν διαφήμιση και χρήματα, από αυτούς που χρησιμεύουν μόνο σαν νούμερα – μια σημαντική πλευρά, γιατί όσους περισσότερους χρήστες έχει μια πλατφόρμα, τόσο περισσότερο γνωστή γίνεται.

Σημεία ταύτισης των ολοκληρωτικών συστημάτων και του διαδικτύου

Ας πάμε τώρα σε κάτι πιο ανησυχητικό, και επιτρέψτε μου να κάνω μια μεθοδολογική κίνηση που πρότεινε ο Μαρξ, και στη συνέχεια βελτίωσε ο Henri Lefebvre, που ονομάζεται «μέθοδος πίσω-μπρος»: για να αναλύσουμε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, ίσως είναι χρήσιμο να κάνουμε τρία βήματα πίσω και μια μικρή άσκηση στον καθρέφτη.

Αν πάμε πίσω στον χρόνο στο απόγειο του ολοκληρωτισμού του 20ού αιώνα, όταν ο ναζισμός και ο φασισμός –χρησιμοποιώ εδώ τον όρο του ολοκληρωτισμού από τεχνική άποψη, χωρίς να υπεισέρχομαι στην πολεμική ανάμεσα σε ιστορικούς για το αν ο φασισμός ήταν ή όχι ολοκληρωτισμός– και χρησιμοποιώντας τη μέθοδο μιας σε βάθος ανάλυσης που χρησιμοποίησαν κυρίως η Hannah Arendt και ο Bauman, θα δούμε ότι τρία βασικά χαρακτηριστικά των ολοκληρωτικών συστημάτων τα συναντούμε και στο διαδίκτυο.

Το πρώτο, εξετάζοντας την κοινωνική βάση βλέπουμε πως έχουμε να κάνουμε με ξεχωριστά άτομα. Τα ολοκληρωτικά συστήματα διαρρηγνύουν τα οργανωτικά συστήματα και τις σχέσεις, καταργούν την ίδια την έννοια της τάξης. Θεωρούν ότι δεν υφίστανται οι τάξεις γιατί, όταν π.χ. γίνεται μια συγκέντρωση στην πλατεία Venezia υπέρ του Μουσολίνι, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τους εργάτες από τα αφεντικά, τους αξιωματούχους, τους αστυνομικούς κ.λπ. Ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους, ενώνονται σε μια γενική μοναξιά, σε ένα πλήθος από μοναχικά άτομα που δεν συνδέονται με πραγματικούς δεσμούς που προκύπτουν από κοινά συμφέροντα. Αυτή είναι μια πλευρά που βρίσκουμε τόσο στον ναζισμό όσο και στον φασισμό.

Το δεύτερο αφορά την άρνηση των ταξικών διαφορών. Είναι ένα σημαντικό ζήτημα, γιατί τόσο ο Casaleggio, όσο και ο Σαλβίνι ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει πλέον Δεξιά και Αριστερά. Αυτή είναι μια άποψη του Μουσολίνι. Η Arendt την έχει αναλύσει στον δεύτερο τόμο του τρίτομου έργου της για τον ολοκληρωτισμό. Σήμερα ξαναβρίσκουμε αυτή την κονιορτοποίηση εννοιών και σχέσεων εκ νέου.

Ο λαϊκισμός είναι μια λέξη χωρίς περιεχόμενο, γιατί δεν υπάρχει λαός με κοινά προβλήματα, αφού ο καθένας έχει το δικό του ατομικό συμφέρον: ο ιδιοκτήτης της πλατφόρμας Foodora και ο τελευταίος ανειδίκευτος εργάτης της Foodora, μπορεί να καθίσουν πλάι-πλάι σε μια διαδήλωση, αλλά δεν έχουν κανένα κοινό συμφέρον στο πεδίο της πολιτικής, γιατί αυτό προβλέπει την εκπροσώπηση των συμφερόντων κάποιων συνόλων ανθρώπων, και στον καπιταλισμό τα συμφέροντα του ανειδίκευτου εργάτη είναι εντελώς ασύμβατα με αυτά του ιδιοκτήτη της πλατφόρμας.

Το τρίτο είναι αυτό που ονομάζει η Arendt «φυγή στη ψευδαίσθηση» και συναρτάται με το προηγούμενο σημείο. Είναι φανερό πως αν τα συμφέροντά σου δεν είναι κοινά, τότε εγώ πρέπει να κατασκευάσω μια ψευδαίσθηση στα πλαίσια της οποίας θα φαίνονται σαν τέτοια. Η σημερινή μετα-αλήθεια για παράδειγμα, μια αλήθεια που είναι σκόπιμη, μη αντικειμενική, κατασκευασμένη για να υπηρετήσει ένα σκοπό.

Σήμερα ο φενακισμός αποτελεί επαγγελματική δραστηριότητα, υπάρχουν συγκεκριμένες εταιρείες που ασχολούνται με αυτήν, για παράδειγμα η Casaleggio Associati είναι μια εταιρεία που ιδρύθηκε πριν από πολλά χρόνια για να κάνει πολιτικό και οικονομικό μάρκετιγκ – και μάρκετιγκ είναι η κατασκευή ψευδαισθήσεων που σκοπό έχουν να σε πειθαναγκάσουν να αγοράσεις μια κούκλα ή μια ορισμένου τύπου διαφήμιση που σε ωθεί να ακολουθήσεις μια άποψη ή μια ορισμένη πολιτική θέση.

Αλλά υπάρχει και ένα τέταρτο θέμα στο οποίο θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας. Έλεγα πριν ότι η επιτήρηση της κοινωνίας ασκείται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της πρόληψης και των προθέσεων. Γιατί να περιμένω να δω έναν άνθρωπο να κλέβει ένα μήλο, αφού παρακολουθώντας τόν μέσω του διαδικτυακού του προφίλ μπορώ από πριν να τον κατατάξω σε μια από τις επικίνδυνες κατηγορίες στις οποίες ανήκουν όσοι πιθανότατα θα γίνουν στο μέλλον κλέφτες;

Αυτή είναι μια θετικιστική τοποθέτηση που ξεπρόβαλε τη δεκαετία του 1930 επί φασισμού και είναι πολύ σημαντική τόσο επειδή ο θετικισμός παραδόξως είχε γεννηθεί στο σοσιαλιστικό κόσμο, και επηρέασε και επηρεάζει τη σύγχρονη σκέψη μέχρι σήμερα, όσο και επειδή βρίσκεται στα θεμέλια της επιστημονικής σκέψης του διαδικτύου. Σήμερα το πανεπιστήμιο της Google, Singularity University, με περισσότερες από 100 έδρες σε πολλές χώρες, στην Ιταλία στη Ρώμη και το Μιλάνο, μας διδάσκει ακριβώς αυτό: εσύ έχεις να κάνεις με αριθμούς, με μια ποσοτική λογική και όχι με άλλου είδους προβλήματα. Το διαδίκτυο είναι δομημένο με αριθμούς και αλγόριθμους και λειτουργεί μόνο αν κινείσαι μέσα στο σύστημα αυτό, που είναι κλειστό κι έτσι πρέπει, έτσι οφείλεις να το αντιμετωπίζεις με το κριτήριο των νόμων που διέπουν τις θετικές επιστήμες, τα μαθηματικά, τη φυσική κ.λπ.

Αυτή η σχέση με τον θετικισμό είναι σημαντική γιατί επινοεί την ιδέα του πιθανού εγκλήματος, που αναπτύχθηκε τον 20ό αιώνα και στην Ιταλία έδωσε το πράσινο φως για την ίδρυση της επιστημονικής αστυνομίας, που αποτέλεσε τη βάση για την επινόηση της καρτέλας Ottolenghi (ΣτΜ: γιατρός, ιδρυτής της επιστημονικής εγκληματολογίας, μαθητής του Λομπρόζο που επινόησε τη δακτυλική ταυτοποίηση). Ο Ottolenghi ήταν θετικιστής και η προσέγγισή του ήταν η εξής: ας υποθέσουμε ότι μια μέρα κάποιος κλέβει ένα μήλο και αυτός είναι πολύ πιθανό να το επαναλάβει. Στο μεταξύ του παίρνουμε τα δακτυλικά αποτυπώματα που καταχωρούμε σε μια καρτέλα και τον φωτογραφίζουμε. Την επόμενη φορά που κάποιος θα κλέψει ένα μήλο, το πρώτο που θα κάνουμε είναι να ψάξουμε στη λίστα «κλέφτες μήλων» κι αν δεν τον εντοπίσουμε εκεί, τότε θα προχωρήσουμε σε περαιτέρω έρευνες. Τότε η ιδέα αυτή αφορούσε την ταυτότητα και τη φωτογραφία, μιας και μιλάμε για τον 20ό αιώνα, σήμερα αφορά τη βιομετρία. Δηλαδή αφού ξέρω ότι στη βάση της ταυτότητάς σου κάνεις ό,τι θέλεις και σου επιτρέπω να το κάνεις γιατί αυτό με βοηθάει από ψυχολογική σκοπιά για να σε καταχωρήσω στην αντίστοιχη λίστα, προκειμένου να σε ταυτοποιήσω προβαίνω σε πιο εξελιγμένες ενέργειες: σου παίρνω τα βιομετρικά δεδομένα και τη ψηφιακή αποτύπωση της ίριδας του ματιού. Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία αλλά για συγκεκριμένα πολιτικά συστήματα που ξεκινούν από την Ινδία και φτάνουν μέχρι την Ιταλία. Θα αναφέρω τέσσερα πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα.

Το πρώτο: η Ινδία είναι μια χώρα 1,3 δισεκατομμυρίων κατοίκων, με ένα υπουργείο Πληροφορικής από τα πιο εξελιγμένα του πλανήτη, επειδή εκεί βρίσκονται μερικές από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές πληροφορικής και μαθηματικών. Το 2009 ο υπουργός Πληροφορικής επινόησε μια ηλεκτρονική κάρτα για την επίλυση ενός μεγάλου προβλήματος που ήταν το σύστημα πρόνοιας για τους οικονομικά αδύναμους. Είχε σκοπό να φτιάξει ένα σύστημα που θα εμπόδιζε την παροχή του ίδιου επιδόματος στο ίδιο άτομο για δεύτερη φορά, που ενδεχομένως θα παρουσιαζόταν με πλαστή ταυτότητα. Έφτιαξαν έτσι μια ηλεκτρονική κάρτα που συμπεριλαμβάνει τρία βιομετρικά χαρακτηριστικά: τα δακτυλικά αποτυπώματα, τη μορφολογία του προσώπου και το σκανάρισμα της ίριδας του ματιού. Είπαν τότε στους Ινδούς ότι η έκδοση αυτής της κάρτας ήταν εθελοντική και δεν δημιουργεί καμιά υποχρέωση, αλλά όποιος την επιλέξει θα έχει προτεραιότητα στις σχετικές διαδικασίες, επειδή η αίτησή του θα θεωρείται έγκυρη και ασφαλής. Έτσι η απόκτηση της προβλήθηκε σαν προνομιακή, αφήνοντας στους πολίτες τη δυνατότητα να αποφασίσουν. Σήμερα η κάρτα Aadhaar Card είναι υποχρεωτική και δεν χρησιμοποιείται πλέον για την είσπραξη επιδομάτων αλλά για την καταβολή των φόρων, για την αγορά τηλεφωνικής κάρτας sim, την κράτηση θέσης στα τρένα, και γενικά για κάθε ενέργεια.

Το δεύτερο. Το 2014 η Κίνα, αφού μελέτησε επί μακρόν τα πλεονεκτήματα και τους περιορισμούς μιας τέτοιας κάρτας, την τελειοποιεί και την μετεξελίσσει σε «κάρτα κοινωνικής ωφελείας» που προτείνει για εθελοντική χρήση στους πολίτες της. Αυτή περιλαμβάνει τα ίδια τρία βιομετρικά χαρακτηριστικά και την παρουσιάζει στα πλαίσια ενός εθνικού παιχνιδιού που προβλέπει βραβεία, σημαντικό παιχνίδι για τους πολίτες, δημοκρατικό παιχνίδι μάλιστα, που συνίσταται στο ότι όποιος αποκτήσει την κάρτα αυτή θα μαζέψει μπόνους πόντους για τις διάφορες δραστηριότητές του. Για παράδειγμα: πληρώνεις τακτικά τους λογαριασμούς της ΔΕΗ; Για κάθε μήνα παίρνεις 10 πόντους. Προάγεσαι κανονικά στο σχολείο; πάλι κερδίζεις 10 πόντους. Μένεις σε μια τάξη; Θα παίρνεις 9 πόντους. Δεν πλήρωσες κάποιο λογαριασμό; Πάρε 8 πόντους. Στο τέλος ένας υπολογιστής τα υπολογίζει όλα σε πραγματικό χρόνο και κατηγοριοποιεί τον κινεζικό λαό στη βάση μιας βαθμολογίας που ονομάζεται «βαθμολογία αξιοπιστίας». Η ιδιοφυΐα αυτής της κινεζικής επινόησης συνίσταται στο ότι το σύστημα επιβράβευσης μοιάζει με τα βιντεοπαιχνίδια, με το Facebook και τα likes του και λειτουργεί ακριβώς επειδή με αυτό γαλουχούνται τα παιδιά μας. Έχει ενδιαφέρον γιατί είναι μια διαδικασία σαν παιχνίδι, που σε κάνει να νοιώθεις περισσότερο πολίτης από τους υπόλοιπους αν δέχεσαι όλους τους κανόνες που έχουν καθοριστεί βάσει αλγορίθμων.

Όμως οι κανόνες καθορίζονται από τους κυβερνώντες, που φτιάχνουν ένα σύστημα υπακοής με το οποίο είτε συμμορφώνεσαι, είτε όχι. Αν δεν συμμορφωθείς σε αυτό που εγώ το Κράτος ορίζω σαν καλό, σου αφαιρώ πόντους. Σου αφαιρώ πόντους κι όταν π.χ. έχεις φίλους πρώην κρατούμενους, που δεν σου απαγορεύω βέβαια να έχεις, αλλά σε τιμωρώ κατ’ αυτό τον τρόπο αν τους έχεις. Σου χαρίζω πόντους αντίθετα, αν είσαι εξαιρετικά καλός εργαζόμενος. Αν δηλαδή δεν αρνείσαι να κάνεις υπερωρίες όταν σου ζητηθεί. Να μην ξεχνάμε ότι ένα τέτοιο σύστημα βαθμολογίας ισχύει και μέσα στην FCA, τη σημερινή FIAT: στο Μέλφι (ΣτΜ: εργοστάσιο της FIATστη νότια Ιταλία) υπάρχουν μεγάλοι φωτεινοί πίνακες όπου οι εργαζόμενοι βλέπουν σε πραγματικό χρόνο πόσους πόντους παραγωγικότητας έχουν ανάλογα με τους ρυθμούς εργασίας τους.

Το τρίτο: εδώ και δύο χρόνια στη Σουηδία όλοι έχουν ηλεκτρονική βιομετρική κάρτα, την εξέδωσε το υπουργείο Μέλλοντος λέγοντας στους πολίτες: γιατί είσαστε τόσο ανόητοι να έχετε τόσες κάρτες, την ταυτότητα, την πιστωτική κάρτα, το διαβατήριο κλπ. μέσα στο πορτοφόλι σας, τη στιγμή που μπορείτε να τις αντικαταστήσετε με μία μόνο, με έναν μόνο κωδικό που θα περιέχει τα βιομετρικά σας στοιχεία και ένα μικροτσίπ με όλες τις ενέργειες που σας αφορούν; Λίγους μήνες αργότερα το υπουργείο Μέλλοντος επινόησε και κάτι άλλο, λέγοντας ότι η ηλεκτρονική κάρτα δεν μπορεί να απολεσθεί. Έκανε λοιπόν μια έκκληση να βρεθούν 3.000 εθελοντές για να συμμετέχουν σε ένα πείραμα, να τοποθετήσουν δηλαδή μια υποδόρια ψηφιακή κάρτα –κάτι που δεν είναι καινούργιο στη Σουηδία, αφού εδώ και καιρό μπορεί κανείς να κάνει κράτηση θέσης στο τρένο με ένα υποδόριο μικροτσίπ, που διαθέτουν επίσης αρκετοί καθηγητές και φοιτητές πανεπιστημίων. Κι όμως το υπουργείο σταμάτησε το πείραμα πολύ γρήγορα, γιατί παρουσιάστηκαν πολύ περισσότεροι ενδιαφερόμενοι από όσους ζητούσε.

Ας έρθουμε τώρα στην Ιταλία όπου από το 2014 ισχύει η ηλεκτρονική ταυτότητα. Τα πράγματα προχωρούν τόσο αργά που ούτε καν συζητιούνται. Αν προσκομίσει κανείς στο ληξιαρχείο μια φωτογραφία ταυτότητας από οποιοδήποτε μηχάνημα θα του την επιστρέψουν, ζητώντας του να τραβήξουν μία στο μηχάνημα του δημαρχείου, που έχει τις απαραίτητες προδιαγραφές, την αναγνώριση στην πραγματικότητα του μοτίβου προσώπου. Στη συνέχεια θα του ζητήσουν να τοποθετήσει τον δείκτη και των δύο του χεριών σε ένα σκάνερ για τη λήψη των δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Και στο τέλος θα του δώσουν έναν αριθμό που δεν είναι ο αριθμός ταυτότητάς του όπως γινόταν παλιά.

Το υπουργείο Εσωτερικών θα σας στείλει στη συνέχεια ένα έγγραφο με δύο μέρη του κωδικού για να τον ενεργοποιήσετε, όπου αναγράφεται ότι το μικροτσίπ τελευταίας τεχνολογίας που περιέχεται στην ηλεκτρονική σας ταυτότητα θα σας επιτρέψει να προβείτε σε όλες τις ενέργειες που αφορούν τις κρατικές υπηρεσίες. Τελικά υπάρχει ένας κωδικός PIN και ένας κωδικός PUC, ένας ενιαίος κωδικός και τα βιομετρικά σας αποτυπώματα. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει δηλαδή στην Κίνα και την Ινδία.

Αυτό το σύστημα έχει σημασία γιατί θα τινάξει στον αέρα κάθε προσπάθεια παραποίησης της ταυτότητας, παρέχοντας τη δυνατότητα να έχετε μαζί σας, σήμερα με το smartphone σας αύριο με εμφύτευση υποδόριου τσιπ, την ταυτοποίηση και όχι την ταυτότητα σας, δηλαδή μια ολόκληρη διαδικασία εντοπισμού και επαλήθευσης της ταυτότητας σας.

Τεχνητή νοημοσύνη και άνθρωπος

Θα χαρακτηρίσω αυτή τη διαδικασία «ολοκληρωτικού προσανατολισμού». «Προσανατολισμό» γιατί αντίθετα με επιστήμονες και καθηγητές που διδάσκουν την τεχνητή νοημοσύνη και που είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι μέχρι το 2020-2030 τα συστήματα Α.Ι. (ή Τ.Ν. ΣτΜ: συντομογραφία του Artificial Intelligence, Τεχνητή Νοημοσύνη) θα κατακλύσουν και θα επικρατήσουν στην τεχνητή κοινωνία και έτσι η A.I. (Τ.Ν.) θα ισχυροποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που να καταστήσει εντελώς δευτερεύον το ανθρώπινο πνεύμα, και το σύστημα των μηχανών θα υπερισχύσει επί των ανθρώπων με την έννοια που τους γνωρίζουμε από τον homo sapiens μέχρι σήμερα και εγώ δεν είμαι διόλου πεισμένος ότι αυτός ο homo sapiens έχει φτάσει στο τέλος της ιστορίας του. Για δύο λόγους.

Ο πρώτος συνδέεται με μια γενική παρατήρηση στην ιστορία του ανθρώπου. Τα τελευταία 7.000-8.000 χρόνια, όπου δικαιολογημένα μπορούμε να πούμε ότι το ανθρώπινο είδος έκανε πολλά βήματα, σίγουρα στο τεχνολογικό, αλλά και στο ψυχοκοινωνικό και στο πεδίο των συστημάτων, αλλά δεν κατόρθωσε ακόμη, για παράδειγμα, να λύσει το θέμα της συμβίωσης. Ανήκουμε σε ένα γένος που αδυνατεί να συνυπάρξει, εξαπολύουμε κάθε λογής πολέμους, σκοτώνουμε οι μεν τους δε, βρισκόμαστε μέσα σε συγκρουσιακά συστήματα που παραμένουν πρωτόγονα, ακόμη πιστεύουμε πως πρέπει να κλείσουμε τα σύνορα σε όποιον προέρχεται από μια άλλη χώρα. Νομίζω λοιπόν ότι το ανθρώπινο γένος πρέπει ακόμη να κάνει βήματα εμπρός, που αποτελούν και προϋπόθεση για την πρόοδο και την αυτοπραγμάτωσή του και ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια ανάθεσης της μοίρας και του μέλλοντός μας στις μηχανές ισοδυναμεί με την πιο άγρια ολοκληρωτική προοπτική.

Κατά δεύτερον, πιστεύω ακόμη ότι τα πρόσωπα, οι άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν πολύ απλά σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε αντίθετοι σε αυτήν, εγώ καθόλου δεν είμαι και χαίρομαι που η ανθρωπότητα επινόησε τη γραφή, τον τροχό, τον ηλεκτρισμό, τις μηχανές και ό,τι άλλο, αλλά αυτό που με θλίβει είναι ότι δεν έφερε τη χαρά σε εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν σήμερα σε συνθήκες καπιταλισμού, σε ένα σύστημα εντελώς βάρβαρο, παρωχημένο και ξεπερασμένο για τον κοινό νου.

Άρα πρέπει να αποδεσμευτούμε από τέτοιες προοπτικές όντας άνθρωποι, επανακτώντας ένα σύστημα σχέσεων που μας βοηθούν να αντιληφθούμε ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε μαζί τα προβλήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξή μας χωρίς να αποκλείουμε κανέναν και χρησιμοποιώντας μάλιστα τις τεχνολογίες που μας βοηθούν να εκμεταλλευόμαστε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πλανήτη σε όφελος όλων μας. Άρα το θέμα είναι μια διαφορετική προοπτική και όχι μια διαφορετική χρήση των εργαλείων και αυτό δεν είναι μια κοινότυπη πολεμική στο θέμα της τεχνητής νοημοσύνης, είναι μια πολεμική που αφορά στο ανθρώπινο είδος και όχι στην τεχνολογία. Αυτή είναι η ουσία του συλλογισμού μου, στη βάση της οποίας θεωρώ ότι είναι βαθειά κοινωνική αναγκαιότητα η συνέχιση και η προώθηση αυτής της έρευνας και της προσέγγισης.

Οι εταιρείες που αναλύουν και διαμορφώνουν το πολιτικό σκηνικό

Κλείνω με μια έκκληση πολιτική που αφορά τη μεταμόρφωση του ιταλικού συστήματος. Βρισκόμαστε σε μια διαδικασία μετάβασης του πολιτικού συστήματος, από πολιτικό σύστημα του 20ού αιώνα σε ένα ψηφιακό σύστημα κι αυτή η μετάβαση έχει ένα χαρακτηριστικό: το πολιτικό υποκείμενο των εκλογικών εκστρατειών δεν είναι πια οι πολιτικοί, δεν είναι πια τα άτομα, αλλά οι εταιρείες. Στην Ιταλία δύο είναι οι ισχυρές εταιρείες.

Μία είναι η Casaleggio Associati, εταιρεία του Κινήματος 5 Αστέρων και η άλλη είναι η Sistemi Intranet, εταιρεία του Σαλβίνι, λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου ισχυρή. Είναι εταιρείες που έχουν στην υπηρεσία τους πολλούς τεχνικούς και ερευνητές των ψηφιακών συστημάτων, η εταιρεία του Σαλβίνι διοικείται από τον Luca Morisi, έναν ψηφιακό διανοούμενο, ενώ η εταιρεία του Casaleggio διοικούνταν πριν από τον Gianroberto Casaleggio και σήμερα από τον γιο του. Ο πατέρας Casaleggio ήταν ένας από τους σοβαρότερους γνώστες και τεχνικούς του διαδικτύου μάλλον, παρά των επιχειρήσεων, για ένα διάστημα δούλευε για την Olivetti. Εργάστηκε στην Italia dei valori του Di Pietro, για να φτιάξει το πρώτο εμπειρικό πληροφορικό σύστημα, που δυστυχώς δεν λειτούργησε καλά και επινόησε ένα πιο σύνθετο σύστημα, το σύστημα των 5 Αστέρων, αυτό που ισχύει σήμερα. Δεν θέλω να ασχοληθώ με την πολιτική των δύο κομμάτων, αλλά με τα μέσα που χρησιμοποιούν.

Οι δομές αυτές που εργάζονται τόσο στο πεδίο του εντοπισμού των συσκευών, όσο και σε εκείνο του χειρισμού των ταυτοτήτων, είναι εταιρείες που λειτουργούν μόνο για ένα σκοπό: να σκιαγραφήσουν την πολιτική φυσιογνωμία του εκλογικού σώματος προκειμένου να κατασκευάσουν συστήματα εξατομικευμένης παρέμβασης, micro-target, για τη χειραγώγηση των επιλογών μας.

Αυτό που είδαμε να γίνεται στις ΗΠΑ με την εκλογική καμπάνια του Ομπάμα, αλλά κυρίως με αυτή του Τραμπ, το μεγάλο σκάνδαλο της Cambridge Analytica, που είχε να κάνει με τον Steve Bannon, έναν από τους μεγαλύτερους εκπρόσωπους των οπαδών της λευκής ανωτερότητας της αμερικανικής ριζοσπαστικής Δεξιάς και των μεγάλων καπιταλιστών που έφεραν τον Τραμπ στην εξουσία.

Στις Βρυξέλλες ο Bannon άνοιξε την έδρα, The Movement, με τον σκοπό να συνδέσει και να φέρει σε επαφή τις εταιρείες που εργάζονται στην Ευρώπη για συγγενή κόμματα, με προοπτική τις ευρωεκλογές του 2019. Έχουμε μπροστά μας λοιπόν μια τεράστια εκλογική εκστρατεία που θα αφορά όλες της χώρες της Ε.Ε. Αυτά δεν τα κάνει ο Σαλβίνι ούτε ο Ντι Μάιο, δεν τα κάνουν μεμονωμένοι πολιτικοί, αλλά ολόκληρες εταιρείες που έχουν σχέση με πασίγνωστα πανεπιστήμια. Το Link Campus, για παράδειγμα, από το οποίο έχει αποφοιτήσει η σημερινή υπουργός Άμυνας της Ιταλίας Elisabetta Trenta. Πρόκειται για πανεπιστήμια που συνεργάζονται με κράτη και υπηρεσίες από όλο τον κόσμο, με πολεμικούς εργολάβους και με στρατιωτικούς.

Οδεύουμε λοιπόν προς μια ορισμένη κατεύθυνση. Θα σας πρότεινα να μη δείτε μόνο το προφανές και την ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων, αλλά τις βαθύτερες δομές τους, δηλαδή το ποιος τα οργανώνει όλα αυτά στο διαδίκτυο, στην εικονική πραγματικότητα, προκειμένου να προσανατολίσει τη ψήφο μας και να ελέγξει, να κατευθύνει και να χειραγωγήσει τις επιλογές των εκλογικών συστημάτων.

* Ο Ρενάτο Κούρτσιο είναι ιστορικό μέλος του ιταλικού κινήματος, εκ των ιδρυτών των Ερυθρών Ταξιαρχιών και καταδικασμένος σε πολλά χρόνια φυλάκισης. Πλέον ζει σε καθεστώς περιορισμένης ελευθερίας και διευθύνει τον συνεταιριστικό εκδοτικό οίκο Sensibili alle Foglie.

Μετάφραση: Άβα Μπουλούμπαση. Οι μεσότιτλοι είναι της σύνταξης.

Eφ. «Δρόμος της Αριστεράς»