Ο Έλληνας Αλμοδοβάρ δεν υπάρχει

Μετά τα πρόσφατα γεγονότα στην Ισπανία, όπου ως συνήθως οι αστυνομικές δυνάμεις προσπάθησαν να σπείρουν τον τρόμο και να καταστείλουν τη λαϊκή εξέγερση με δακρυγόνα, πλαστικές σφαίρες και ροπαλιές, ο Πέδρο Αλμοδοβάρ στέλνει επιστολή στον πρωθυπουργό της χώρας διαμαρτυρόμενος «για το ξύλο που είναι διατεθειμένη να ρίξει η αστυνομία σε όποιον κρατά μια κάμερα».

Του ζητά «να μην διαστρεβλώνει και πολύ περισσότερο να μην χρησιμοποιεί την σιωπή του» εφόσον αποτελεί και ο ίδιος «ένα κομμάτι αυτής της σιωπηλής πλειοψηφίας που δεν διαδήλωσε στις 25 Σεπτεμβρίου». Τον καλεί επίσης να αναγνωρίσει στους Ισπανούς πολίτες «το δικαίωμά τους να διαφωνούν με τους πολιτικούς που υποστηρίζουν ότι τους εκπροσωπούν» και να ελέγξει τα όρια της κρατικής βίας που ξεχύνεται στους δρόμους δολοφονώντας αθώους.

Το γεγονός ότι ο Ισπανός σκηνοθέτης δεν διαδήλωσε στις 25 Σεπτεμβρίου, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να ερμηνευτεί με πολλούς και διάφορους τρόπους. Κάμποσες ερμηνείες θα είχαν μια κάποια λογική βάση, όσο αμφιλεγόμενες και αν ήταν.

Με αυτή την επώνυμη επιστολή του όμως ο Αλμοδοβάρ όχι μόνο τοποθετήθηκε απέναντι στην επικαιρότητα της Ισπανίας αλλά ξεκαθάρισε και τη θέση του επαξίως. Είπε όχι στο χειρισμό των εικόνων από την κρατική τηλεόραση, όχι στα πρόσωπα που κυβερνούν τη χώρα βάσει προσωπικών συμφερόντων, όχι στο φίμωμα των ανθρώπων που αγανακτούν και διαδηλώνουν, όχι στην κρατική καταστολή. Φώναξε.

Ο καθένας έχει τον τρόπο του να αντιδρά στα πράγματα. Μπορεί να υποφέρει σιωπηλά ή κραυγάζοντας. Μπορεί να βγει στους δρόμους με μια σημαία στο χέρι, να συμμετάσχει σε κατάληψη, διαδήλωση ή καθιστική διαμαρτυρία, να απευθύνει έκκληση στις αρχές του τόπου να σταματήσουν την πορεία προς το σύγχρονο ολοκαύτωμα ενός ολόκληρου λαού στέλνοντας μια επιστολή με ονοματεπώνυμο: αναλαμβάνοντας δηλαδή την ευθύνη της προσωπικής άποψης που εκφράζει, άφοβα και με γενναιότητα. Και αυτό είναι ωραίο.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γνωστοί και άγνωστοι θυμοφιλόσοφοι εκφράζουν απόψεις και εξαπολύουν μύδρους δια μέσου e-social media διατηρώντας την ανωνυμία τους και φυλάσσοντας ως κόρην οφθαλμού τα πολύτιμα προσωπικά τους δεδομένα. Δεν αφορά μόνο απλούς πολίτες αυτή η τακτική – στο κάτω κάτω και οι Ισπανοί σχολίασαν ανωνύμως κατά χιλιάδες τα πρόσφατα επεισόδια στο φέισμπουκ, στο τουήτερ ή όπου αλλού, και καλά έκαναν. Αφορά και επώνυμους παράγοντες που όσα είχαν να πουν προτίμησαν να τα πουν με εξυπνακίστικες ατάκες των 140 χαρακτήρων ή αναρτώντας τα στον προσωπικό τους τοίχο στο φέισμπουκ σαν κομψά τσιτάτα.

Το γεγονός πως τα μέσα αυτά είναι δημόσια και η ροή της πληροφορίας είναι από ένα βαθμό και μετά ανεξέλεγκτη δεν τους εξαγνίζει. Το βάρος μιας συγκεκριμένης, ενυπόγραφης επιστολής ενός σκηνοθέτη, ενός συγγραφέα, ενός καλλιτέχνη προς κάποιο πολιτικό πρόσωπο έχει τελείως διαφορετικό βάρος από μια ανακοίνωση στην προσωπική τους σελίδα ή κάποιο αποδοκιμαστικό τουήτ.

Είναι άδικο και άχρηστο η ταυτότητα κάποιου που έχει το θάρρος να σηκώσει ανάστημα στο σύστημα να παραμένει απόρρητη. Είναι, από την άλλη, κατανοητές οι αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν κάποιον άλλο στην επιλογή της ανωνυμίας. Αυτό το τελευταίο όμως αφορά ανθρώπους που βλέπουν να διακυβεύεται το μέλλον της εργασίας τους, για παράδειγμα, και όχι όσους είναι με τον άλφα ή με τον βήτα τρόπο «καλυμμένοι».

Μια διαμαρτυρία συμβαίνει επειδή ένας άνθρωπος με ονοματεπώνυμο, υπόσταση, ταυτότητα, θέλει να αντισταθεί σε όσα τον ταπεινώνουν και τον βλάπτουν. Τέτοιες έχουμε όλοι και οφείλουμε να είμαστε περήφανοι για αυτές. Στο βαθμό όμως που, καλώς ή κακώς, ορισμένες επιφανείς προσωπικότητες της χώρας διαθέτουν τα μέσα και τη δύναμη να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί ως τα πέρατα του κόσμου και να επηρεάσει με άλλο τρόπο τα πράγματα, στο βαθμό που ένα όνομα σαν του Αλμοδοβάρ, για παράδειγμα, εκφράζει την ίδια άποψη που εκφράζει και ο τελευταίος ανώνυμος πολίτης, κάποιες φωνές οφείλουν να ακούγονται δυνατά στο προσκήνιο της επικαιρότητας και να την καυτηριάζουν αλύπητα. Οφείλουν να είναι στεντόρειες.

Η φωνή του κάθε Αλμοδοβάρ που τον γνωρίζει όλη η υφήλιος δεν έχει άλλο χρώμα ούτε αλλιώτικη αξία από τη φωνή του κάθε εργάτη που δεν τον ξέρει κανείς και αγωνίζεται μαζικά. Τουναντίον. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έχει απλώς διαφορετικό ειδικό βάρος.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα λειτουργούν έτσι και όχι αλλιώς. Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας ενδέχεται να έλαβε τον τελευταίο καιρό εκατοντάδες επιστολές διαμαρτυρίας από πολίτες της χώρας του. Μία όμως κάνει αυτή τη στιγμή το γύρο του πλανήτη και επιδρά αφυπνιστικά στον κοινό νου. Μία γίνεται πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες, περιοδικά και ηλεκτρονικές σελίδες, και προκαλεί αντιδράσεις και σχόλια σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι αυτή η Μία που εκπροσωπεί χιλιάδες, και χάρη σε αυτήν ο σάλος που δημιουργείται ενδέχεται να ταρακουνήσει περισσότερα αδρανή μυαλά και να πυροδοτήσει τις απαραίτητες αντιδράσεις.

Βλέπω αυτές τις μέρες δηλώσεις και δηλωσούλες δημοσιογράφων, καλλιτεχνών και συγγραφέων σε προσωπικούς τοίχους και μέσα σε τουητεροσυζητήσεις με άλλους, απλούς ανθρώπους της ανώνυμης καθημερινότητας. Όλοι διαμαρτύρονται, όλοι φωνασκούν. Όλοι έχουν δίκιο. Πολλά like, πολλά retweet, πολλά favorite, αμέτρητες κοινοποιήσεις. Από φίλους, γνωστούς και αγνώστους της σελίδας τους. Τι ωραία που τα είπε ο τάδε, και τι καλά που απαντά η δείνα. Ας αναδημοσιεύσω το link, ας πατήσω το αστεράκι, ας σηκώσω τον αντίχειρα, ας δείξω ένα τυχαίο υποκριτικό ενδιαφέρον. Ανέξοδο είναι. I like!

Τους αρκεί;

Γιατί οι περιώνυμοι δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, πνευματικοί άνθρωποι (sic) της Ελλάδας επιλέγουν αυτό τον ανώδυνο, σκυφτό τρόπο να εκφραστούν και δεν παραδειγματίζονται από το θάρρος του Ισπανού – ή του κάθε Ισπανού – σκηνοθέτη; Σε παλαιότερες εποχές κυκλοφορούσαν επιστολές, μαζεύονταν υπογραφές, συμμετείχαν αλλιώς οι άνθρωποι σε παρόμοιες κινητοποιήσεις.

Σήμερα τι άλλαξε και τους αρκεί ένα τουήτ ή ένα βαρύγδουπο κείμενο στο προσωπικό ιστολόγιό τους; Γιατί δεν αναδύεται ένας Έλληνας Αλμοδοβάρ από το βούρκο της χώρας για να ορθώσει ανάστημα και να διαφωνήσει τρανταχτά με τον ορυμαγδό της εποχής και την εξαΰλωση της ελπίδας για ένα αξιοπρεπές αύριο; Γιατί όσοι έχουν το αβαντάζ της αναγνωρισιμότητας δεν την χρησιμοποιούν για να βάλουν μια φωνή κατά πρόσωπο;

Γιατί το ντιβάνι της ηλεκτρονικής ψυχανάλυσης δείχνει να τους αρκεί; Μήπως επειδή εκεί πάνω τροφοδοτείται δωρεάν και με ελάχιστο ενδεχόμενο κόστος ο όποιος ναρκισσισμός τους; Μήπως επειδή οι δημόσιες σχέσεις, ο επαγγελματισμός της γραφής, το έξυπνο άβαταρ είναι εύκολα και ανέξοδα εργαλεία για την προσωπική τους έκφραση; Μήπως το εύκολο αστείο, η κυνική παρατήρηση, η αναδημοσίευση μιας είδησης είναι κομματάκια ενός ευχολογίου περιορισμένης εμβέλειας και ευθύνης;

Η πληροφορία στα ηλεκτρονικά media είναι ανεξέλεγκτη, χάνεται εύκολα καθώς η ροή της δεν σταματά ποτέ. Καλύπτεται από την επόμενη ατάκα. Έχει πεπερασμένο χρόνο ζωής. Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις θα την πληρώσει ένας ανώνυμος Γέροντας Παστίτσιος, που τόλμησε να διακωμωδήσει κάτι που η κοινή γνώμη, στο σύνολό της, είναι ανέτοιμη να αντιμετωπίσει με χιούμορ, φερ΄ειπείν. Ως εκεί φτάνει η ευθιξία των ιθυνόντων και των υποστηρικτών τους, μιας και οι σύγχρονοι ευφυέστεροι των ευφυών – εξαιρουμένων κάνα δυο και μόνο τολμηρών που δήλωσαν έμπρακτη αλληλεγγύη στο εξιλαστήριο θύμα της προχειρότητας και της φαιδρότητας των «αρχών» – αρκούνται στο να τσεκάρουν απλώς και μόνο το άμεμπτο προφίλ τους και να σηκώνουν ηλεκτρονικό αντίχειρα σε όσα τους τέρπουν, κλείνοντας τα μάτια σε όσα θα μπορούσαν να τους κάνουν να εμπλακούν πραγματικά και να πληρώσουν το τίμημα της αντίρρησής τους τοις μετρητοίς προσφέροντας κάτι περισσότερο.

Αν στη θέση του ανθρώπου αυτού, στην Ελλάδα του 2012, στεκόταν ένας Καζαντζάκης, ένας Ελύτης, μια Κάλλας, μια Μερκούρη, ένας Χατζιδάκις, ένας Καστοριάδης, ένας Αγγελόπουλος, η αντίδραση του κράτους θα ήταν άραγε η ίδια; Ή μήπως για όλη αυτή τη φιμωμένη και έντρομη μουρμούρα που δεν τολμά να ξεφύγει από τη προχειρότητα των ηλεκτρονικών κοινοτήτων της ημιανωνυμίας φταίει που στην εποχή μας οι αναγνωρίσιμοι άνθρωποι είναι σαφώς πιο μικροί και που μεγέθη σαν τα προηγούμενα έχουν πάψει να υπάρχουν;

Πηγή : http://thethreewishes.wordpress.com