Οι στρουθοκάμηλοι στην Αριστερά και η εξωτερική πολιτική

Του Ετεοκή Δουμουλάκη

Η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ από το 4,7% στο 27%, μέσα στις συνθήκες της πιο βαθιάς μεταπολεμικής κρίσης που γνωρίζει η ελληνική κοινωνία, σηματοδοτεί ότι εβδομήντα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40 (μισό και κάτι αιώνα από την εκλογική αναλαμπή του 1958), οι λαϊκές μάζες κρούουν και πάλι τη θύρα της Αριστεράς.

Θα τους ανοίξουμε; Θα βγούμε από το μοναστήρι και τα σκοτεινά του παρεκκλήσια, θα τολμήσουμε να ζυμωθούμε με τις λαϊκές μάζες που η κρίση σπρώχνει προς εμάς ώστε να τις εκφράσουμε;

Στη σημερινή Ελλάδα, το ζητούμενο είναι η σωτηρία της κοινωνίας από τον εξανδραποδισμό. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι μια πολιτική που θα υπερβαίνει τις ταξικές ρηγματώσεις, καθώς όσοι επωφελούνται από την κρίση συνιστούν μια απειροελάχιστη ελίτ, ενώ διαρκώς περισσότερα κοινωνικά στρώματα χάνουν κάθε προοπτική αξιοπρεπούς ζωής και παλεύουν απλά και μόνο για επιβίωση. Σ’ αυτή τη συγκυρία καλούνται να επέμβουν σωτήρια οι ιδέες, οι προτάσεις και το ήθος της Αριστεράς. Με ποιο τρόπο θα έχουμε αποτέλεσμα;

Απαιτούμε μήπως από τους προσερχόμενους τη μετάνοια, για να δουν το φως της σωτηρίας; Επιδιώκουμε την ιδεολογική τους αναβάπτιση στα νάματα των Ολομελειών (μη εξαιρουμένης της 5ης του 1949), των συνεδρίων, των Αθηναΐδων και των συναφών ιερών κειμένων; Αναφωνούμε «το μοναστήρι (της δομικής, εσαεί αντιπολίτευσης) να ’ναι καλά κι από καλογέρους…»; Ή, αντίθετα, βγαίνουμε και συναντάμε τα θύματα της οικονομικής κρίσης έξω από τα μοναστηριακά τείχη της ιδεολογικής περιχαράκωσης και αγκύλωσης, επιχειρώντας να ζυμωθούμε μαζί τους σε μια νέα, ηγεμονική κοινωνικοπολιτική πλειοψηφία;

Σ` αυτή τη συγκυρία, ο ρόλος που θα διαδραματίσει η αντίληψη του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ για την εξωτερική πολιτική δεν είναι αμελητέος. Η συνεχιζόμενη εφαρμογή του καταστροφικού Μνημονίου και η κηδεμονία της χώρας από την τρόικα συνιστούν επώδυνες ακυρώσεις της εθνικής μας κυριαρχίας, καθώς καταδεικνύουν με τον πιο ωμό τρόπο την ανισοτιμία, το ετεροβαρές που έχει διαμορφωθεί στη σχέση συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Η ακύρωση του Μνημονίου και η επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης συνεπάγονται μια σκληρότατη, πολιτική και διπλωματική σύγκρουση με το κυρίαρχο γερμανικό μπλοκ στην Ε.Ε. και το ιερατείο των Βρυξελλών. Προκειμένου να σωθούμε, επιδιώκουμε, κατ’ ουσίαν, την ανατροπή μιας επωφελέστατης γι’ αυτούς κατάστασης στην Ε.Ε., όπως έχει παγιωθεί μέσα από την λειτουργία του κοινού νομίσματος την τελευταία δεκαετία. Στη σύγκρουση αυτή δεν θα υπερισχύσει η Ελλάδα, προσερχόμενη δίχως ευρύτατη λαϊκή συστράτευση καί ομοψυχία. Επίσης, δεν θα υπερισχύσει απεμπολώντας διαπραγματευτικά όπλα και πλεονεκτήματα.

Η συνειδητοποίηση του στόχου και των όρων αυτής της σύγκρουσης που εισηγείται στον ελληνικό λαό ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ προσδιορίζει σαφέστατα, εν προκειμένω, την αντίληψη για το τι συνιστά εθνικό συμφέρον και τι όχι. Κι εδώ θα πρέπει ν’ αναρωτηθούμε κατά πόσον συμβαδίζουν με το εθνικό συμφέρον, κατά πόσον υπηρετούν την απαραίτητη λαϊκή συστράτευση και ομοψυχία μια σειρά από περιθωριακές στην κοινωνία (πλην όμως δημοφιλέστατες στο μνημονιακό μπλοκ εξουσίας) θέσεις για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας που προβάλλονται από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ (βλ. Θ. Παρασκευόπουλος, «Η εξωτερική πολιτική του σκαντζόχοιρου», «Ενθέματα» της Αυγής, 27.1.2013 και «Ελλάδα, Τουρκία, Μέση Ανατολή», «Ενθέματα» της Αυγής, 3.2.2013).

Αναφέρομαι στην αντιμετώπιση της αντιπαράθεσης με την ΠΓΔΜ υπό το πρίσμα μιας ασήμαντης ονοματολογικής εκκρεμότητας και διαπάλης εθνικισμών. Αναφέρομαι στην απαίτηση για άρον άρον, εν λευκώ εισδοχή της ΠΓΔΜ, της Αλβανίας και των λοιπών Δυτικών Βαλκανίων στη Ε.Ε., για να περιορισθώ στα λιγότερο ανατριχιαστικά απ’ όσα σχετικώς ακούγονται. Αναφέρομαι, ακόμη, στην κάθιδρη αναζήτηση ενός κάποιου (πρακτικώς οιουδήποτε) «έντιμου συμβιβασμού» με τις ατέλειωτες τουρκικές απαιτήσεις σε Θράκη, Αιγαίο, Αν. Μεσόγειο. Αναφέρομαι στους «νηφάλιους» που με περίσσεια ελαφρότητα «θα ρισκάρουν» συνυποσχετικά παραπομπής του καθεστώτος κυριαρχίας στις «γκρίζες ζώνες» (δηλαδή ελληνικών εδαφών που ευτελίζονται σαν «βράχοι») σε διεθνή δικαστήρια και διαιτησίες. Αναφέρομαι, τέλος, σ’ όσους από την Αριστερά επιχείρησαν να ξεμπερδέψουν με το «άγος» του Κυπριακού στηρίζοντας το αγγλοαμερικανικό Σχέδιο Ανάν και ακόμη το κλαίνε σαν απολεσθείσα ευκαιρία…

Δύο είναι τα προβλήματα αυτών των απόψεων. Το πρώτο, η λειψή τους σχέση με την πραγματικότητα. Πραγματολογική τους αφετηρία είναι πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, «τι έχει πει η Αριστερά», ελληνική και… ευρωπαϊκή για το θέμα, και όχι το τι συμβαίνει γύρω μας, ενώ προγραμματική τους κατάληξη είναι επιθυμίες και ευχολόγια («τι θέλει η Αριστερά»). Στην αδυσώπητη πραγματικότητα που αντικρίζουν τα μάτια μας, αντιτάσσουν οι υπέρμαχοι αυτών των απόψεων αφενός τις διεθνιστικές τους ιδεοληψίες, αφετέρου διάφορα ιερά κείμενα, όπως π.χ. εσχάτως τις προγραμματικές θέσεις της Αθηναΐδας. Σημειωτέον ότι οι τελευταίες δεν διαφέρουν--σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική-- από προηγούμενες προεκλογικές ή συνεδριακές διακηρύξεις που είχαν κατ’ επανάληψιν εισπράξει την λαϊκή αδιαφορία. Τώρα όμως ορισμένοι τις εμφανίζουν σαν τον καταλύτη της εκλογικής εκτόξευσης του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ!

Το δεύτερο πρόβλημα με τις εν λόγω απόψεις είναι ότι προσυπογράφουν θέσεις για την εξωτερική πολιτική που έχουν διαμορφώσει και επιβάλει πολιτικοί μας αντίπαλοι, οι ίδιοι που ευθύνονται για την οικονομική και κοινωνική καταβαράθρωση της χώρας. Πώς, άραγε, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον κ. Πάγκαλο, ο οποίος --σε έκρηξη ειλικρίνειας-- θέλει τα Σκόπια να ονομάζονται όπως διάολο θέλουν; Πώς άραγε μπορούμε να μοιραζόμαστε την πρεμούρα των ανθρώπων του ΕΛΙΑΜΕΠ (Α. Παπαχελάς, Λ. Τσούκαλης, Θ. Βερέμης, Χ. Ροζάκης) για την ευρωατλαντική ολοκλήρωση στα Δυτικά Βαλκάνια; Αν έχουν δίκιο σ’ αυτές τις αναλύσεις τους (και τις άλλες περί Τουρκίας) πώς διάολο κάνουν λάθος σε ό,τι αφορά το Μνημόνιο και τη στήριξή του; Ή μήπως τα δύο θέματα δεν συνδέονται;

Αν δεν θέλουμε να πορευθούμε στην εξωτερική πολιτική όπως ο Λυσένκο στη γενετική βιολογία, καλό είναι να μη χάνουμε από τα μάτια μας την πραγματικότητα: ότι δηλαδή σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, η Ιστορία ανέδειξε το έθνος-κράτος και όχι την Ε.Ε. ή όποιο άλλο διεθνικό σχήμα «κοινής (τάχα) ευημερίας», ως το πιο πρόσφορο και ανθεκτικό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των λαών.

Ο πατριωτισμός είναι η αυθόρμητη άμυνα κάθε κοινωνίας που αλώνεται και αλλοτριώνεται. Πρόκειται για βαθύτατα προοδευτικό συναίσθημα, όπως προφανέστατα καταμαρτυρεί η ιστορική εμπειρία της Αριστεράς από τη δεκαετία του ’40 στην Ελλάδα. Είναι τραγικό λάθος να ταυτίζουμε τον πατριωτισμό με την εθνικιστική μισαλλοδοξία της εθνικοφροσύνης. Ακόμη πιο τραγικό είναι, μιας και ο προλεταριακός διεθνισμός μας άφησε χρόνους, να ενδυθούμε τη μεταχειρισμένη προβιά του κοσμοπολιτισμού. Η «Ευρώπη των λαών» που θέλουμε και οραματιζόμαστε δεν θα προέλθει από την αυτεπάγγελτη κατάργηση των (ελληνικών) συνόρων ούτε βέβαια από την τυφλή ένταξη και άλλων ευρωπαϊκών λαών στις μυλόπετρες του γερμανικού κεφαλαίου.

Θα γεννηθεί η Ευρώπη των λαών από την πάλη καθενός λαού πρωτίστως στο εθνικό του πλαίσιο, από την εμπέδωση της λαϊκής κυριαρχίας στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Πρώτα να κατακτήσουμε την πλειοψηφία στο εθνικό μας Κοινοβούλιο, και ας αφήσουμε για μεταγενέστερο χρόνο τις Βρυξέλλες, το Στρασβούργο, το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και τα λοιπά βαρύγδουπα!

Εν κατακλείδι, ας αποδεχθούμε το αυτονόητο: η επίμονη προσβολή των πατριωτικών αισθημάτων του ελληνικού λαού, οι μεταμοντέρνες εκδοχές της λογικής «σε δέκα χρόνια ποιος θα θυμάται» υπονομεύουν την απόκρουση του Μνημονίου και καταδικάζουν την προσπάθεια της Αριστεράς να διαμορφώσει πολιτική ηγεμονία και πλειοψηφία. Η άρνηση αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων της εξωτερικής μας πολιτικής, από το έλασσον που συνίσταται στον αλυτρωτισμό των Σκοπίων και της Αλβανίας, μέχρι το μείζον που έγκειται στην απόκρουση της τουρκικής απειλής, προδιαγράφει εφιαλτική εξωτερική πολιτική. Και στον εφιάλτη αυτό δεν παραπέμπει ο συμπαθέστατος σκαντζόχοιρος, που κουλουριάζεται για να προφυλάξει τη μαλακή του κοιλιά, αλλά η εθελοτυφλία της στρουθοκαμήλου!