Κοινωνία βουτηγμένη στο Θάνατο

Tης Σοφίας Λαμπίκη


Ένας άνθρωπος χρησιμοποίησε το σώμα του ως σήμαντρο και σε ύστατη πράξη ελευθερίας αποχώρησε αξιοπρεπώς και δυνατά με τρόπο ηχηρό αντί να μισοζεί μες την ξεφτίλα.

Σε λίγους έκανε εντύπωση το ηρωικό και φιλοσοφημένο της πράξης του.

Οι περισσότεροι λυπήθηκαν αντί να νιώσουν περήφανοι που ανάμεσα τους έζησε στα χρόνια τους ένας τέτοιος Άνθρωπος, τύχη μεγάλη και σπάνια.
Δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την υπέρβαση του Θανάτου οι στοιχειωμένοι απ΄αυτόν.

Αυτοί που ζουν καθημερινά τον διαρκή θάνατό τους τρέμουν το τέλος τους αν και δεν έκαναν ποτέ τους την αρχή της ζωής τους.
Αυτοί που υποκριτικά δάκρυσαν το κάνανε επειδή τους συγκλόνισε όχι η πράξη αλλά η τηλεοπτική του αναπαράσταση, virtual, μεταφερμένη από εικόνες με μουσικό χαλί  ρέκβιεμ και λόγια ξεστομισμένα από χείλη ασεβών.

Πώς να ζήσει τη ζωή ένας ευνουχισμένος άνθρωπος;
Που ζεί σε ένα κουτί και από τη δουλειά του τρέχει σπίτι να δει τηλεόραση, μιαν άλλη ζωή, τη Ζωή της Άλλης;

Είναι ζωντανός κάποιος που του απαγορεύτηκε το συναίσθημα;

Που απαγορεύεται να κλάψει δημόσια ή να γελάσει δυνατά απ΄την καρδιά του;
Που το Πάθος θεωρείται υπερβολή, που η Βρισιά δεν είναι political correct που δεν επιτρέπεται η κριτική αλλά επιβάλλεται το κουτσομπολιό;

Είσαι ζωντανός όταν σου απαγορεύεται το Λάθος;

Όταν ο Θρήνος και το Πένθος μετράει για κατινιά;
Είσαι ζωντανός όταν πριν ανοίξεις το στόμα σου πρέπει να σκεφτείς τι θα πούν οι μαντάμ σουσούδες που σε περιβάλλουν, τιμητές των πάντων;
Όχι, Μη, Αστο αυτό,Τζιζ εκείνο!

Για να εκτιμήσεις και να υπερβείς το Θάνατο πρέπει να έχεις ζήσει.
Να έχεις γευτεί τον Έρωτα, τον Πόνο, τη Χαρά, να έχεις ουρλιάξει από απελπισία.

Αυτό είναι Ζωή.
Κι άμα έχεις ζήσει έτσι, κάτι άφησες, ένα μικρό σημαδάκι στη γη και τους ανθρώπους απ΄οπου πέρασες και έτσι μπορείς να φύγεις όπως και όταν εσύ θέλεις, πλήρης.

Αποστρέφει ο άνθρωπος σήμερα το βλέμμα απ΄το βιολογικό του θάνατο αν και ζει μέσα σ΄αυτόν.
Εξοστρακίστηκαν τα νεκροταφεία μακρυά, έξω απ΄τις πόλεις, να μην τα βλέπουμε, να μην υπάρχει για μας ο Θάνατος, είναι αποκρουστικά τα Γηρατειά αυτά που κάποτε, σε όλους τους λαούς, είχαν την πρώτη θέση στις κοινότητες, σοφοί άνθρωποι που μεταφέρανε τις εμπειρίες τους στους νέους.

Τώρα ο γέροντας απεικονίζεται σε διαφημίσεις για πάνες ακράτειας σαν υγιής σκανδιναβός με άψογη οδοντοστοιχία απαστράπτουσα, πάνε οι ρυτιδιασμένες γριές κι οι καμπουριασμένοι γέροι με το τεράστιο φαφούτικο χαμόγελο.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ πιά.

Ακόμα και τα κατοικίδια δεν τα εγκρίνουν πια οι μανάδες για συντρόφους των παιδιών τους γιατί θα γεράσουν και θα στεναχωρηθούν τα τέκνα τους με το θάνατό τους, φυσιολογικό τέλος κάθε ζωντανού πλάσματος.

Η νιότη, η αιώνια, η υπερφίαλη του θεσπεσίου – σε γυμναστήρια κατασκευασμένου- σώματος με τετρακέφαλους και μπούστο ενισχυμένο είναι το πρότυπο ζωής.
Το νεανικό σώμα χωρίς ψυχή και μυαλό είναι το νέο ιδανικό.
Το κενό, το κύμβαλον αλαλάζον.
Όχι το ζωντανό Σώμα αλλά το ταριχευμένο σε φωτογραφίες διαφημίσεων.

Πόση εντύπωση μου προκαλεί σε μια θνησιγενή κοινωνία να αποφεύγεται η αναφορά στο Θάνατο ως αποφεύγει ο διάολος το λιβάνι.
Και μάλιστα σε μια κοινωνία σαν την δική μας που κάτω απ΄ την επιρροή αιώνων χριστιανορθοδοξίας λατρεύει στην ουσία το Θάνατο.
Ίσως γι΄αυτό ακριβώς …

Η λατρεία του Θανάτου παραπέμπει στη Ζωή μετά τον Θάνατο.
Και στον πραγματικό θάνατο αυτής της μίας και μόνης και πολύτιμης ζωής που μας έλαχε να ζήσουμε.

Γι αυτό και χτές κανείς δεν συγκινήθηκε πραγματικά, κανείς δεν βγήκε στο δρόμο να τιμήσει την Ηρωική Έξοδο του Δημήτρη Χριστούλα.
Γι αυτό παρέμειναν όλοι σιωπηλοί στα μαυσωλεία και τα κενοτάφια τους.
Γι αυτό.