Το μετέωρο σκίρτημα μιας εποχής

 Της Μαριάννας Τζιαντζή

«Σε μια χούφτα σκόνη θα σου δείξω τον φόβο», έλεγε το 1922 ένας ξένος ποιητής. Σήμερα, ένα σακί πατάτες μάς δείχνει την ανάγκη, όπως κάποτε την έδειχναν μισή οκά ρεβίθια, μια χούφτα σταφίδες.

Αλλάζουν οι καιροί. Αλλάζουν οι ανάγκες, αλλάζουν η ένταση και η ιστορική διάστασή τους. Από μαρτυρίες για την καθημερινή ζωή στα χρόνια της γερμανικής κατοχής μαθαίνουμε για τις μεγάλες διαδρομές με τα πόδια που έκαναν οι Αθηναίοι προκειμένου να προμηθευτούν λίγα τρόφιμα από τη μαύρη ή τη νόμιμη αγορά. Πολλά χιλιόμετρα, πολλή κούραση και ταλαιπωρία, ενώ η επιβράβευση ήταν ο άρτος ο επιούσιος, συχνά φτιαγμένος από άγρια νοθευμένο αλεύρι. Πολλοί έφταναν από το κέντρο στα Μεσόγεια γυρεύοντας χόρτα για σαλάτα ρόκα παρμεζάνα χωρίς την παρμεζάνα.

Σήμερα χιλιάδες οικογένειες της πόλης διανύουν αρκετά χιλιόμετρα να προμηθευτούν φθηνή πατάτα, αδιαφορώντας για την ταλαιπωρία ή την απώλεια χρόνου, αφού ο άεργος χρόνος έχει πάψει να είναι χρήμα. Πατάτα να ’ναι και ό, τι να ’ναι, αφού όταν ο βίος τείνει να γίνει αβίωτος λίγοι έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν βιολογικά, πιστοποιημένα προϊόντα. Ανδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας στριμώχνονται μπροστά στην ανοιχτή καρότσα ενός φορτηγού, σέρνουν αγκομαχώντας ένα-δύο σακιά, φορτώνουν τις πατάτες σε ένα καρότσι της λαϊκής ή στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τους. Οι αγοραστές δεν ξεφυτρώνουν από υπόγειες κατακόμβες, από τριτοκοσμικές παραγκουπόλεις, αλλά από ευπρεπή διαμερίσματα, και αυτή η θυελλώδης κίνηση φανερώνει μια νέου τύπου φτώχεια. Μια φτώχεια που μπορεί να συνυπάρχει με το παιδί που σπουδάζει στην Αγγλία και το smart phone, με το Ι. Χ. όχημα και το εξοχικό στη Λούτσα.

Για «εικόνες ντροπής» μιλούσαν τον Φλεβάρη τα δελτία ειδήσεων, με αφορμή το πρωινό της Τσικνοπέμπτης στην κεντρική κρεαταγορά. Εκατοντάδες συμπατριώτες μας, ανάμεσά τους πολλοί γέροντες, είχαν στηθεί τουρτουρίζοντας στην ουρά, περιμένοντας να φτάσουν στις ψησταριές των κρεοπωλών. Παγωνιά, σκυφτό κεφάλι και ορθοστασία για ένα δωρεάν κοψίδι κι ένα πλαστικό κύπελλο κρασί. Τώρα στους δέκτες μας δεν ξετυλίγονται εικόνες ντροπής, αλλά εικόνες που δείχνουν την ορμή της ανάγκης, τη λαχτάρα για ζωή ή μάλλον για επιβίωση.

Ο «ευκαιριάκιας» της περασμένης δεκαετίας, που συστηματικά αναζητούσε τις προσφορές των μεγάλων καταστημάτων, συχνά δρούσε ανορθολογικά, καθώς αγόραζε προϊόντα που δεν ήταν άμεσης προτεραιότητας ή ξόδευε για βενζίνη περισσότερα από όσα εξοικονομούσε χάρη στην έκπτωση. Όμως η τωρινή αναζήτηση της φθηνής πατάτας δεν έχει σχέση με το παλιό κυνήγι καταναλωτικών ευκαιριών. Είναι κάτι άλλο, που απαιτεί να το δούμε με σεβασμό, χωρίς αφ’ υψηλού αφορισμούς.

Οι «Πατατοφάγοι» του Βαν Γκογκ υμνούν τη χειρωνακτική δουλειά των αγροτών και την τίμια κερδισμένη τροφή. Τώρα που πολλοί γίναμε πατατοκουβαλητές, αναρωτιέμαι ποιος καλλιτέχνης θα μεταφέρει στο χαρτί, στον καμβά, στην οθόνη, στη σκηνή το έπος της κρίσης, το βούλιαγμα και την παραίτηση, την ομορφιά και την περηφάνια, το πείσμα και την ελπίδα, το φως και το σκοτάδι, το μετέωρο σκίρτημα των καιρών και των ανθρώπων.

 

(ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, “Αποτυπώματα”, 11/3/12)