Πολιτική - Οικονομία- Κοινωνία

Λαέ, πίστεψε στον λαό

«Λαέ, πίστεψε στον λαό»

Νίκος Κούνδουρος (1926-2017)

Το συγκλονιστικό κείμενο με το οποίο ο κορυφαίος σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος κλείνει το τελευταίο, αυτοβιογραφικό, βιβλίο του «Μνήμη απειθάρχητη - Ημερολόγιο».

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016

Είναι άραγε η Αθήνα μια έρημη πόλη; Είναι άραγε η φτώχεια η δύναμη της κυβέρνησης;

Και ο κόσμος περιμένει. Ποιος κόσμος; Οι 52.000 πρόσφυγες από την Ανατολή, οι φράχτες και τα κλειστά σύνορα, οι φοβερές εικόνες της πείνας και της απελπισίας στην τηλεόραση ταράζουν κάθε μέρα εκείνη την παλιά και περήφανη φωνή:

Είμαστε Ελληνες, έχουμε Βουλή, έχουμε στρατό, έχουμε εξουσία; Πόση και ποια;

Η Ευρώπη αδύναμη, κατακερματισμένη σε μικρά και σε μεγάλα κράτη και αγωνιά να προστατευτεί από τους εχθρούς.

Αλλά ποιους εχθρούς;

Οι εχθροί της Ευρώπης είναι οι Ευρωπαίοι, η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία, τα μεγάλα κράτη, καλούνται να προστατεύσουν τα μικρότερα, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία και μέχρι χθες Ιρλανδία.

Μια αβέβαιη και σκορπισμένη σε κομμάτια ανεξαρτησία τυραννάει τώρα τους λαούς και βέβαια κι εμάς.

Η μικρή και έντιμη Ελλάδα σπαράζει και ικετεύει μέσα από τα διεθνή συμβούλια, τις διμερείς συναντήσεις του Τσίπρα, τις συνεντεύξεις σε Κίνα, Αίγυπτο, Ρωσία... μια αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης συμμάχων.

Ο Ομπάμα και η Αμερική μάς λυπούνται, οι Κινέζοι, η δυνατή Κίνα, λιγουρεύεται τα λιμάνια μας.

Ο μεγάλος κόσμος και η Ελλάδα παλεύουν με το μεγάλο και το μικρό μας μέγεθος.

Ποιοι είμαστε, ποιοι υπήρξαμε, ποιος ήταν ο Ηρόδοτος, ο Ηράκλειτος, ο Πλάτωνας;

Ποιος ο Επίκουρος και ο Σωκράτης; Από σύνοδο σε σύνοδο οι σημερινοί κυρίαρχοι της Ευρώπης, της Αμερικής, της Κίνας ελέγχουν έναν πληθυσμό πολύχρωμο, πολύγλωσσο και αβέβαιο για το μέλλον του.

Και εμείς τι κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε, τι δύναμη έχουμε για να κάνουμε;

Μερικές σκόρπιες φωνές μάς θυμίζουν πως υπάρχουμε.

Σιγά σιγά ο λαός έχει χάσει τη φωνή του. Τώρα κλαίμε; Οχι, δεν κλαίμε.

Είμαστε αδύναμοι αλλά είμαστε δυνατοί. Λαέ, πίστεψε στον λαό. Αγωνίσου.

Με ό,τι μπορείς με ό,τι σου μένει. Κάνε τη φωνή σου να ξεπεράσει την ασφυκτική παγίδα που μας έχει στήσει η ηγεμονία της Οικονομίας.

Μια απορία περιδιαβάζει το μυαλό μου, παίζει με τόσες άλλες. Είμαι άραγε ζωγράφος ή απλώς ζωγραφίζω;

Η ερώτηση ταξιδεύει και αυτή στο μυαλό μου αναπάντητη.

Βλέπω τους αληθινούς ζωγράφους και αφήνω να πλανιέται στον αέρα το ερώτημα χωρίς απάντηση. Δεν μπορώ ή δεν θέλω να απαντήσω;

Παραπέμπω στο χρόνο το ερώτημα αναπάντητο όπως τόσα και τόσα άλλα.

Καμιά φορά βλέπω τις ζωγραφιές μου και κάτι σαν θαυμασμός στριφογυρνά στο νου μου. Είμαι άραγε ζωγράφος;

Οχι, ζωγράφος δεν είμαι. Η όποια ζωγραφική μου είναι ένα είδος εξομολόγησης.

Μια δραπέτευση στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς. Κάποια μέρα, σκέφτομαι, όταν τα χρόνια που σωριάζονται πάνω στα χρόνια, θα ζητάνε κάποιο αποκούμπι που θα φιλοξενήσει ένα κορμί κουρασμένο και ένα μυαλό ακόμα πιο κουρασμένο, και όταν οι μνήμες θα συσσωρεύονται η μια πάνω στην άλλη, αναζητώντας με αγωνία ίσως μια λευτεριά ή το δικαίωμα σε μια λευτεριά, τότε το άγραφο άσπρο πανί ή το ξύλο, αλλά πάντα άσπρο, θα απαιτήσει ίσως μια δικιά του λευτεριά.

Ετσι γίνεται και έτσι γινότανε πάντα όταν ο ζωγράφος, ο αληθινός ζωγράφος, τα αληθινά χρώματα, τα αληθινά πινέλα βρίσκανε με φυσικότητα τον ένα και μοναδικό δρόμο τους.

Ας περιμένω λοιπόν να έρθει από μόνη της η ώρα που θα ξεπηδήσει από κάποιο άγνωστο ακόμα κενό εκείνη η υπερφυσική δύναμη που έσπρωχνε τους ταπεινούς ζωγράφους, τον Τσαρούχη, τον Θεόφιλο και τους ανώνυμους αγιογράφους να εναποθέσουν με ευλάβεια τη θεία ευλογία που τους χάρισε κάποιος θεός στο πανί ή στο ξύλο ή στους τοίχους κάποιας εκκλησίας.

Σκέφτομαι επίμονα την τελευταία μου ταινία. Διαβάζω την παραπάνω λέξη και αναρωτιέμαι αυτό το «τελευταία» ποιος το έχει επινοήσει;

Εγώ ή ο διάβολος που κρύβεται μέσα μου; Θέλω να σταματήσω να γράφω, να πω εγώ τη φοβερή λέξη «τέλος», να μην περιμένω να την πει ο γιατρός κάποιου νοσοκομείου.

Και έβαλα μια φωνή, να με ακούσουνε και να καταλάβουνε πως δεν πέθανα.

Όμως στο νου μου τριγυρνά μια κρητική μαντινάδα:

Παλεύει ο χάρος και η ψυχή

σε μαρμαρένιο αλώνι

και δε φοβάμαι θάνατο

αφού η ψυχή δε λιώνει.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αγρα».

Πηγή : «Εφημερίδα Συντακτών»