Πολιτική - Οικονομία- Κοινωνία

Αρχαίος ελληνικός κόσμος και Βυζάντιο στο έργο του Ρήγα*

 

Του Λουκά Αξελού

Εισαγωγικά

Είναι τέτοιο το εύρος αλλά και το βάθος του πολιτισμικού, ιδεολογικού και πολιτικού κόσμου του Ρήγα, που φυσικό ως ένα βαθμό είναι, θα έλεγα, να οδηγεί σε προσεγγίσεις διαφορετικές ή σε εν μέρει διαφορετικές αποτιμήσεις του έργου του.

Η επιμονή των μελετητών να αναδείξουν την «δική τους» εκδοχή, ενώ είναι καθ’ όλα θεμιτή στον βαθμό που στηρίζεται, βαδίζει ή συμβαδίζει με τις πηγές και το λοιπό αποδεικτικό υλικό, αρκετά συχνά αποκλίνει ή και εκτροχιάζεται με το να αποσπά από το όλον έργο ένα επιμέρους τμήμα του, που είναι κατά τον συγγραφέα «η μεγάλη πραγματική εικόνα που όλοι μέχρι τώρα δεν είχαμε ανακαλύψει».

Μια ανάλογη περίπτωση παραγνώρισης «του δάσους», αποτελεί και η περίπτωση με την οποία θα ασχοληθώ στο παρόν κείμενο, προσπαθώντας με βάση το υπαρκτό-γραπτό υλικό να ανιχνεύσω το βάρος της παρουσίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου και του Βυζαντίου στο έργο του Ρήγα.

Ως εκ τούτου, ο στόχος μου πρωτίστως επικεντρώνεται στην παράθεση του όποιου υλικού προκύπτει από την συστηματικά επαναληπτική ανάγνωση του έργου του και, δευτερευόντως, στην έκθεση των συμπερασμάτων που η ίδια η καταγραφή θα μας αναδείξει.

* ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΕΤΡΑΔΙΩΝ Ανακοίνωση του συγγραφέα στο Συνέδριο που οργάνωσε η Ακαδημία Θεσμών και Πολιτισμών με θέμα «Ρήγας Φεραίος - Ιωάννης Καποδίστριας - Φρανσίσκο ντε Μιράντα. Η ελληνική σκέψη στην αυτοθέσμιση των κοινωνιών, στο Διαφωτισμό και στη γνώση». Διαδικτυακή διεξαγωγή, 30 Ιανουαρίου 2013 - Συμπόσιο για την παρουσίαση των πρακτικών, Αμφιθέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 16 Μαρτίου 2013.

Oι απαντήσεις βρίσκονται στα κείμενα

Ως αφετηριακό τεκμήριο της σχέσης του Ρήγα με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο μπορεί να θεωρηθεί ένα βιβλίο που ανήκε στην προσωπική, νεανική βιβλιοθήκη του και το οποίο διασώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για μιαν έκδοση αρχαίων γεωγράφων (Πρόκλου, Αράτου, Κλεομήδου, κ.ά.) που εκδόθηκε στην Βασιλεία το 1561 και στο οποίο σε μια λευκή σελίδα καταγράφεται η ταυτότητα του κατόχου (Ρήγα Κυρίτζη Βελεστίνου ἁτάροισι ποτί ἐντί καί τοῦτο).1

Το 1790 ο Ρήγας κατά την πρώτη του επίσκεψη στην Βιέννη εκδίδει, ως γνωστόν, τα δύο πρώτα του έργα. Το σχολείον των ντελικάτων εραστών και το

Φυσικής Απάνθισμα.

Το Σχολείον περιλαμβάνει έξι διηγήματα-νουβέλες, αντλημένα από τους τέσσερεις πρώτους τόμους των Contemporaines του Ρετίφ ντε λα Μπρετόν. Όπως είναι φανερό, ο Ρήγας ανασύρει από την «ανεξάντλητη» πηγή διηγημάτων (261 διηγήματα εν συνόλω, συγκεντρωμένα σε 42 τόμους) του Μπρετόν μόνον έξι και ανάμεσα σε αυτά τον Νέο Πυγμαλίωνα, που αποτελεί αφορμή για μια νοητή μεταφορά στην αρχαία Ελλάδα, δίνοντας την δυνατότητα στον Ρήγα να αναπτύξει μέσω εμβόλιμων αρχαιογνωστικών σημειώσεων2 συνειρμούς και αναγωγές για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Στο δεύτερο βιβλίο του το Φυσικής Απάνθισμα, ο Ρήγας στον εμβληματικό «Προς αναγνώστας» πρόλογό του, αποκαλύπτει σαφώς στο πού εστιάζεται η ματιά του όσον αφορά το παρελθόν.

«Κάθε νουνεχὴς φιλόπατρις λυπεῖται βλέποντας τοὺς δυστυχεῖς ἀπογόνους τῶν εὐκλεεστάτων Ἀριστοτέλους καὶ Πλάτωνος ἢ πάντη γεγυμνωμένους ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς φιλοσοφίας ἤ, αφοῦ ἐγήρασαν ἐπικεκυφότες εἰς μόνα τὰ σπά- νια τῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου βιβλία, ἐκαρποφορήθησαν πολλὰ ἢ ὀλίγον ἢ παντελῶς...

1.Για περ. βλέπε Α) Λ.Ι. Βρανούσης, Ρήγας, εκδ. «Αετός», Αθήνα 1954, σελ. 399, Β) Λέανδρος Βρανούσης, Άγνωστα νεανικά χειρόγραφα του Ρήγα, «Υπέρεια», τόμ. Β΄, μέρ. Β΄, Αθήνα 1994, σελ. 564 επ. και Γ) Δημήτριος Απ. Καραμπερόπουλος, Όνομα και καταγωγή του Ρήγα Βελεστινλή, εκδ. «Ε.Ε.Μ.Φ-Β-Ρήγα», Αθήνα-Βελεστίνο 1997, σελ. 22 επ.

2.«Μυθολογοῦν ὅτι νὰ ἐστάθη εἰς τὴν Κύπρον ἕνας βασιλεὺς ὀνομαζόμενος Πυγμαλίων, ὅστις ἔκαμεν ἕνα πολλὰ εὔμορφον ἄγαλμα τῆς νύμφης Γαλάτειας· διὰ τὸ ὁποίον συνέλαβεν ἕναν τόσον σφοδρὸν ἔρωτα, ὁποὺ ἐδεήθη μεθ᾽ὅλης ψυχῆς τὴν Ἀφροδίτην νὰ τὸ ἐμψυχώσῃ, διὰ νὰ τὸ πάρῃ γυναῖκα του· τὸν ὑπήκουσεν ἡ θεά, καὶ παίρνοντάς το ὁ Πυγμαλίων, ἐγέννησε τὸν Πάφον καὶ Κινύραν», αναφέρει σε μια από τις τέσσερεις αρχαιοελληνικού περιεχομένου υποσημειώσεις του ο Ρήγας στο διήγημα αυτό, ενώ δύο ανάλογου χαρακτήρα υποσημειώσεις θα βρούμε στον Ερωτικό Θάνατο και μία στο Τζιράκι του εργαστηρίου. Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα του Ρήγα, επ. Λ. Βρανούσης, τόμ. Α΄, εκδ. «Ε.Ε.Ε.», Αθήνα 1968, σελ. 49, 65 επ. και 154.

Ὄντας φύσει φιλέλλην, δὲν εὐχαριστήθην μόνον ἁπλῶς νὰ θρηνήσω τὴν κατάστασιν τοῦ Γένους μου, ἀλλὰ καὶ συνδρομὴν νὰ ἐπιφέρω ἐπάσχισα...»3 Και στο Φυσικής Απάνθισμα, ένα έργο σταθερά προσηλωμένο στα σύγχρονα (της εποχής του) επιστημονικά δεδομένα και επιτεύγματα, οι υπομνήσεις, συγκρίσεις και αναγωγές με τα επιστημονικά δρώμενα του αρχαίου ελληνικού κόσμου είναι εμφανείς με τις αναφορές του στο κεφάλαιο «Περί γης» στον Πτολεμαίο και την υπόμνηση ότι πολύ πριν τον Γαλιλαίο οι Νικήτας ο Συρακού- σιος, Φιλόλαος και Αρίσταρχος ο Σάμιος επενόησαν πρώτοι «τὴν καθημερινὴν περίοδον τῆς Γῆς περὶ τὸν ἄξονά της». Σε αυτό το πνεύμα βρίσκονται και οι παρατηρήσεις του για την αναφορά του Πλάτωνα στην Ατλαντίδα στον Τίμαιο, στον σιφώνα του Αρχιμήδη, αλλά και τις παρατηρήσεις του Αριστοτέλη πάνω στα οστρακόδερμα.4 Το 1796 ο Ρήγας επιστρέφει στην Βιέννη όπου και αναπτύσσει έντονη εκδοτική και πολιτική δραστηριότητα, θέτοντας σε εφαρμογή το συνολικότερο εκ- δοτικό του πρόγραμμα με τελικό στόχο την κάθοδο στην Ελλάδα. Στο σύντομο διάστημα της παραμονής του στην Βιέννη, πριν την κάθοδό του στην Τεργέστη και την σύλληψή του στις 19 Δεκεμβρίου 1797, εκδίδει τις μεταφράσεις Ηθικός Τρίπους, Νέος Ανάχαρσις, τα κατασχεθέντα από την αυστριακή αστυνομία Νέα Πολιτική Διοίκησις και Εγκόλπιον [Στρατιωτικόν], τους χάρτες η Χάρτα της Ελλάδος, Νέα Χάρτα της Βλαχίας, Γενική Χάρτα της Μολδοβίας και τέλος σε μονόφυλλο την εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το πρώτο από τα κυκλοφορήσαντα το 1797 έργο του Ρήγα είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Ηθικός Τρίπους. Πρόκειται για την συγκέντρωση σε έναν ενιαίο τόμο τριών διαφορετικών έργων. Τα δύο πρώτα μεταφρασμένα από τον Ρήγα είναι Τα Ολύμπια του Μεταστάσιου και Η Βοσκοπούλα των Άλπεων του Μαρμοντέλ, το δε τρίτο μεταφρασμένο από τον σύντροφό του Αντώνη Κορωνιό είναι ο Πρώτος Ναύτης του Γκέσνερ. Και μόνο ως επιλογή τα Ολύμπια του Μεταστάσιου αποκαλύπτουν τον σαφή προσανατολισμό του Ρήγα. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι το σύνολο σχεδόν των υποσημειώσεων έχουν ως σημείο αναφοράς τον χώρο της αρχαίας Ολυμπίας όπου εξελίσσεται η υπόθεση του έργου.

Όμως αυτό που αποτελεί το ιδιαίτερο στοιχείο για την επιλογή του Ρήγα, γεγονός που συνάγεται και από την συνδυαστική ανάγνωση του Νέου Ανάχαρση5 είναι η έντονη αναφορά του στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αναφορά που δεν είχε ακαδημαϊκό ή συναισθηματικό απλώς χαρακτήρα, αλλά συνδεόταν άμεσα με τους προσανατολισμούς της Γαλλικής Επανάστασης και των εν γένει ριζοσπαστικών ιδεών, που στα πλαίσια συγκρότησης μιας αντιφεουδαρχικής-κοσμικής ιδεολογίας, προσέφευγαν στην αρχαία Ελλάδα, επιζητώντας, ανάμεσα στα άλλα και την αναβάπτισή τους στο πνεύμα των Ολυμπιακών Αγώνων και του καθόλου ολυμπιακού ιδεώδους.

3.Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σ. 191.

4.Ό.π., σελ. 205, 225, 249, 262-3.

5.Για περ. βλέπε Κεφάλαιον ΛΗ΄: «Οδοιπορία εις την Ηλείαν – Ολυμπιακοί Αγώνες», στο Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., τόμ. Β΄, ό.π., σελ. 516 επ.

Κοινωνός αυτού του πνεύματος και αυτής της λογικής, ο Ρήγας την εισάγει με όχημα τα Ολύμπια, ανοίγοντας ενενήντα οκτώ χρόνια πριν τον δρόμο στον βαρόνο ντε Κουμπερτέν και τον Δημήτριο Βικέλα.6

Στο δεύτερο έργο του κύκλου, την Βοσκοπούλα των Άλπεων, οι αναφορές στον αρχαίο κόσμο ή το Βυζάντιο απουσιάζουν παντελώς. Αντιθέτως, ο Πρώτος Ναύτης μας παραπέμπει στον αρχαίο ελληνικό κόσμο· στα Κύθηρα όπου ( Ὑψηλοὶ πύργοι καὶ ναοὶ ἔρριπτον τὴν λάμψιν τους βαθιὰ μέσα εἰς τὴν Λακωνικὴν θάλασσαν), χωρίς όμως συγκεκριμένες ή ιδιαίτερες παρεμβολές ή προεκτάσεις.

Το δεύτερο έργο που ο Ρήγας κυκλοφόρησε στην Βιέννη το 1797 ήταν ο τέταρτος τόμος του Νέου Ανάχαρση, σε μετάφραση του ιδίου και του Γεωργίου Βεντότη.

Δεν αποτελεί υπερβολή, κατά την γνώμη μου, ότι το καλύτερο όχημα προς επιβεβαίωση της καθοδηγητικής αρχής του Ρήγα «Παράδειγμά μας εἶναι τῶν προπατόρων μνῆμαι»,7 ήταν η επιλογή μετάφρασης και έκδοσης του Νέου Ανάχαρση του Αββά Μπαρτελεμύ, ένα έργο που γνώρισε επανειλημμένες εκδόσεις και μεταφράστηκε στις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες, ένα έργο που μέσα από τα μάτια του νεαρού Σκύθη Ανάχαρση αναστηλώνεται σε όλο του το εύρος και την λάμψη ο αρχαίος ελληνικός κόσμος.

Αν στα προαναφερθέντα έργα ο Ρήγας, μέσω της αφετηριακής επιλογής και των εμβόλιμων υποσημειώσεων αποκαλύπτει ως ένα βαθμό και εμμέσως την οπτική του προς το κεντρικό, όσον αφορά το παρελθόν, σημείο αναφοράς του, στον Νέο Ανάχαρση η όλη παρέμβασή του είναι σαφής και αποκαλυπτική.

Εδώ πλέον, οι εμβόλιμες υποσημειώσεις του δεν έχουν απλά επεξηγηματικό, πληροφοριακό ή διευκρινιστικό χαρακτήρα, αλλά εμπεριέχουν και θέση συγκεκριμένη, που οδηγεί στην σαφή αναγωγή. Θα σταθώ σε δύο από τις πλέον χαρακτηριστικές:

Αναλύοντας στην πρώτη, με θαυμαστή γνώση και ακρίβεια τα ποικίλα είδη αρχαίων ελληνικών χορών σημειώνει χαρακτηριστικά δίκην επιλόγου «Ἀφοῦ ἐχάσαμεν τὸ πᾶν, συνεχάθησαν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν χορῶν».8

Στην δεύτερη υποσημείωση, η κριτική του έχει ονοματεπώνυμο. Εδώ, με αφορμή την περιγραφή της Κοιλάδας των Τεμπών από τον Μπαρτελεμύ, βρίσκει την ευκαιρία να ασκήσει αυστηρή κριτική στα αναφερόμενα από τον Γερμανό κληρικό Κορνέιγ ντε Παβ, συγγραφέα του έργου Φιλοσοφικές έρευνες περί των Ελλήνων, στηλιτεύοντας τον εμφανή μισελληνισμό και εμπάθειά του.9

6. Για περ. βλέπε Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής. Σταθμοί και όρια στην διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, Γ΄ έκδοση, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 2012, σελ. 264 επ.

7.Για περ. βλέπε Ύμνος Πατριωτικός, στο Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., τόμ. Β΄, ό.π., σελ. 770.

8.Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα, κ.λπ., ό.π., σελ. 457 επ.

9.«Ὁ κὺρ Πὰβ πρέπει να ἔβγῃ ἀπό τὸ βόρειον φροντιστήριό του, νὰ γίνῃ αὐτόπτης τῆς τοποθεσίας ἐκείνης, καὶ τότε, πειθόμενος ἀνυπερθέτως, θέλει ὁμολογήσει, ὡς ὁ Τὸτ, τὴν ὑπε- ροχήν των ἀπὸ κάθε ἄλλην. Εἰδὲ καὶ ἀπιστῆ εἰς τοὺς αὐτόπτας καὶ λογομαχεῖ ἰσχυρογνομονῶν, εἶναι ἄδικος». Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 469 επ. και Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής κ.λπ., ό.π.

Ως κατακλείδα της όλης παρεμβάσεώς του, μπορεί να θεωρηθεί η όχι, κατά την γνώμη μου, τυχαία «Εἴδησις» που παραθέτει κλείνοντας το έργο, με την οποία καλεί κάθε ενδιαφερόμενο για την διατήρηση της κλασικής κληρονομιάς μας να διασώσει

στην Ιωλκό «ἕν μάρμαρον, ἐφ᾽ οὗ εἶναι τρία πρόσωπα μέχρι τῆς ζώνης· τὸ μεσαῖον αὐτῶν μὲ περικεφαλαίαν καὶ βασιλικὴν κορώναν· ἔχει ἐπιγραφὴν τοιαύτην: Ἐλπὶς Ἀχιλλέως Ἥρως χρηστὲ χαῖρε.

Οἱ ἐκεῖσε κάτοικοι Τοῦρκοι τὸ ἐσύντριψαν εἰς δύο. Προτοῦ λοιπὸν νὰ χαλασθοῦν καὶ τὰ πρόσωπα, παρακαλεῖται παρὰ τῶν φιλολόγων ὅστις εἰς Μαγνησίαν ἐνδημεῖ ζωγράφος, νὰ τὰ ζωγραφίσῃ καὶ νὰ τὰ στείλῃ νὰ τυπωθῶσιν».10 Το έργο όμως εκείνο, σε συνδυασμό με τον Νέο Ανάχαρση, στο οποίο αποτυπώνεται με τον εμφανέστερο και ουσιαστικότερο τρόπο η σχέση του Ρήγα με το παρελθόν, είναι η δωδεκάφυλλη Χάρτα της Ελλάδος,11 ένα έργο που καθόλου τυχαία έχει ως πρότυπο αφετηριακό σημείο έναν χάρτη της Αρχαία Ελλάδας, συντάκτης του οποίου ήταν ο Γάλλος χαρτογράφος Guillelmo Delisle (1675- 1726), όπως αποκάλυψε σε ανακοίνωσή του σε Διεθνές Συνέδριο για τον Ρήγα το 1998 ο Δημήτριος Καραμπερόπουλος, ταυτίζοντας για πρώτη φορά τον χάρτη του Delisle, Graeciae Antiqueae Tabulae Nova με την Χάρτα της Ελλάδος του Ρήγα.12 Πρόκειται για ένα έργο «μνημεῖο πραγματικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του, ἆθλο ἐκδοτικό, πραγματικὴ πατριδογνωστικὴ ἐγκυκλοπαίδεια», όπως εύστοχα το χαρακτήρισε ο Λέανδρος Βρανούσης, ένα έργο έμφορτο και κατάστικτο από την αρχαία, βυζαντινή και νεότερη ελληνική ιστορία, ένα έργο στο οποίο δίνεται η δυνατότητα στον Ρήγα να κάνει μιαν αποσπασματική αποτίμηση του ιστορικού βάθους και βάρους του παρελθόντος.13

Θεωρώντας άλλης τάξης εργασία, που ήδη σε μεγάλο βαθμό έχει πλέον επικαλυφθεί από την ογκώδη έκδοση της Χάρτας του Ρήγα το 1998 που επιμελήθηκε ο Δημήτριος Καραμπερόπουλος, δεν θα σταθώ στην παράθεση των αρχαίων κ.λπ. τοπωνυμίων που αποτελούν έναν πραγματικό ερευνητικό άθλο, αλλά στις επιμέρους εμβόλιμες παρεμβάσεις, τόσο μέσω των επιπεδογραφιών, σχεδίων, νομισμάτων, αλλά και σχολίων για να σχηματίσουμε μια πιο συγκεκριμένη γνώμη για το πού ο Ρήγας εστιάζει το προς έμπνευση παράδειγμά του από τον ουσιαστικό αυτόν περίπλου στην καθόλου ιστορία μας.

10.Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 566.

11.Θα σταθώ αποκλειστικά στην Χάρτα, η οποία κατ’ ουσίαν επικαλύπτει και τις δύο επιμέρους πρώτες χαρτογραφικές εκδόσεις του την Νέα Χάρτα της Βλαχίας και μέρους της Τρανσυλβανίας και την Γενική Χάρτα της Μολδοβίας και μέρους των γειτνιαζουσών αυτή επαρχιών.

Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 645 επ.

12.Για περ. βλέπε Δημήτριος Καραμπερόπουλος, Η «Χάρτα της Ελλάδος» του Ρήγα. Τα πρότυπά της και νέα στοιχεία, εκδ. «Ε.Ε.Μ.Φ-Β-Ρήγα», Αθήνα 1998, σελ. 22-23.

13.Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π. σελ. 569-644, Λ.Ι. Βρανούσης, Ρήγας, ό.π., σελ. 49, το κεφάλαιο «Μεγάλη Χάρτα της Ελλάδος ή μεγάλος πατριδογνωστικός οδηγός του ελληνικού έθνους;» στο Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής κ.λπ., ό.π., σελ. 305-326 και κυρίως την Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή, επιμ. Δημήτριος Καραμπερόπουλος, εκδ. «Ε.Ε.Μ.Φ-Β-Ρήγα», Αθήνα 1998, όπου περιλαμβάνονται τρία, αυτοτελή μεταξύ τους, μέρη. Α) Η Δωδεκάφυλλη Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή, και Β) και Γ) οι εργασίες του Δ. Καραμπερόπουλου, Η «Χάρτα της Ελλάδος» του Ρήγα και Ρήγα Βελεστινλή, Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1796,1797. Ευρετήριο ονομάτων, προσώπων, τόπων και πραγμάτων.

Αρχής γενομένης από το πρώτο φύλλο της Χάρτας, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην Επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως, που είχε κυκλοφορήσει και ως αυτοτελής χάρτης το 1796 και που αποτελεί, ενδεχομένως, την κορύφωση της όλης του εργασίας. Πρόκειται για μιαν εντυπωσιακή γεωγραφική αποτύπωση του ευρύτερου περί την Πόλη γεωγραφικού χώρου, που αποκτά όμως βαθύτερη και ουσιαστικότερη σημασία στον βαθμό που ο Ρήγας συνειδητά, δίπλα στο παρόν, επιμένει δίκην αναστηλώσεως-αποκαταστάσεως να καταγράψει την αρχαία και βυζαντινή κληρονομιά της πόλης, για να καταλήξει στο τέλος επιγραμματικά στο πικρό δίστιχο «Θωρῶντας τὴν Ἑφτάλοφη, τὴ ρήγισσα τοῦ κόσμου, κλάψε και στέναξε βαριὰ γιὰ τὴν πικρὴ της μοῖρα», κατά την εύστοχη απόδοσή του από τον Λέανδρο Βρανούση.14

Στο δεύτερο φύλλο της Χάρτας περίοπτη θέση κατέχουν στην αριστερή πλευρά δύο μεγάλες επιπεδογραφίες. Η πρώτη είναι του Περάσματος των Θερμοπυλών με ακριβή παράθεση του επιγράμματος του Λεωνίδα και των τριακοσίων, η δε δεύτερη αφορά την Σπάρτη και των περί αυτήν, με πλήθος αρχαίων, πελοποννησιακών κυρίως, νομισμάτων.

Στο τέταρτο φύλλο, πέραν του πλήθους των νομισμάτων, που υπάρχουν, άλλωστε, σε όλα τα φύλλα της Χάρτας, δεσπόζουν η Επιπεδογραφία των περί τας Αθήνας και κυρίως η εξαιρετική αποτύπωση, αντίστοιχη – τηρουμένων των αναλογιών – με εκείνη της Κωνσταντινουπόλεως, της Επιπεδογραφίας της Φεράς λεγόμενης νυν Βελεστίνος· αποτύπωση που δίνει επάξια στον Ρήγα τον τίτλο του ερασιτέχνη αρχαιολόγου και πιστού πινακογράφου-επιπεδογράφου, σύμφωνα με την διαπίστωση του Σπυρίδωνος Λάμπρου.15

Στο έβδομο φύλλο κυρίαρχη θέση κατέχουν τα σχέδια αναπαραστάσεως της Μάχης των Πλαταιών, η Επιπεδογραφία της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας και η εντυπωσιακή ως προς την ακρίβεια αποτύπωση ενός Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου. Στο όγδοο φύλλο που καλύπτει τον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, εντυπωσιακές είναι οι εμβόλιμες παρατηρήσεις ως: «Πέλλα πατρὶς Ἀλεξάνδρου», «Ἔδεσσα. Ἐδῶ ἐθάπτοντο οἱ βασιλεῖς τῶν Μακεδ.[όνων]», «Ἄβδηρα, λαγός, πατρίς, Δημοκρίτου, Πρωταγόρου», «Στάγειρα. σιδεροκάψια, Πατρὶς Ἀριστοτέλους», κ.λπ.

Μια θαυμάσια Τοπογραφία της Ολυμπίας και της περί τον Αλφειό περιοχής κοσμεί το ένατο φύλλο, ενώ στο κάτω δεξιό μέρος του δωδέκατου φύλλου παρεμβάλλονται η Θέα των Δελφών και των δύο βράχων του Παρνασσού, ως και μια τοπογραφία των Τα περί τους Δελφούς.

14.Ας σημειωθεί ότι στο ίδιο φύλλο, στο κάτω δεξιά μέρος, υπάρχουν έξι νομίσματα, στο μεγαλύτερο εκ των οποίων όπου απεικονίζεται στην μία του όψη ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, υπάρχει η χαρακτηριστική φράση «Μαλαγμ: και ἐδουλώθημεν». Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 581 και 584.

15.Για περ. βλέπε Σ. Λάμπρος, «Η πατρίς του Ρήγα», περ. «Νέος Ελληνομνήμων», τόμ. 15, Αθήνα 1921, σελ. 56 επ.

Είναι, φρονώ, προφανές ότι ο Ρήγας με την Χάρτα της Ελλάδος αποκαθιστά τις ασυνέχειες, ρίχνοντας το γάντι στο άθλιο παρόν με όρους αναμέτρησης ανάμεσα «στο χθες και το σήμερα». Ο πλούτος των αναφορών, σχολίων και απεικονίσεων διαμορφώνει από μόνος του το κριτήριο στην αποτίμηση των πραγμάτων. Το αποτέλεσμα είναι προφανές και αποτυπώνεται στον χρονολογικό κατάλογο των βασιλέων και μεγάλων ανδρών που παραθέτει. Εκατόν είκοσι περίπου σοφοί, στρατηλάτες, ήρωες, ποιητές και καλλιτέχνες του αρχαίου ελληνικού κόσμου, τριάντα του ρωμαϊκού, περίπου ενενήντα του βυζαντινού και είκοσι τέσσερεις μόνο από την οθωμανική περίοδο, αποτελούν το πάνθεον μιας εντυπωσιακής ιστορικής βεντάλιας στην οποία κυριαρχούν εμμέσως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Ιουλιανός.16

Και το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει όχι μόνον από τις επιπεδογραφίες, αλλά και το πλήθος των εικόνων-απεικονίσεων που κοσμούν την Χάρτα.

Από την εντυπωσιακή παράσταση νίκης του ροπαλοφόρου Ηρακλή κατά της «βαρβάρου Ασιάτισσας» έφιππης Αμαζόνας, την αναπαράσταση της Αργοναυτικής Εκστρατείας, τις απεικονίσεις των Δελφών, του Θησείου, της Ακρόπολης, του Παρθενώνα, των Μακρών Τειχών, του αγάλματος της Αθηνάς, αλλά και του Κολοσσού της Ρόδου, μέχρι τους τόπους διπλού συμβολισμού των αγώνων για την ελευθερία (Θερμοπύλες, Πλαταιές, Σαλαμίνα) και για την δημοκρατία (Άρειος Πάγος, Πνύκα, Αγορά Αθηνών), παντού και σε όλα τα επίπεδα ξεδιπλώνεται το λαμπρό παρελθόν που ενισχύει τα αναπόφευκτα ερωτήματα στον Έλληνα υπόδουλο για το «τι έχασε, τι έχει, τι του πρέπει».

Σε αυτό το πλαίσιο θα έλεγα ότι κινείται και το ξεχωριστής σημειολογίας και συμβολισμού έργο του η Εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, χαλκογραφία πλαισιωμένη από τις εικόνες των Σέλευκου, Αντίγονου, Κάσσανδρου και Πτολεμαίου και σκηνές από τα κατορθώματα του μεγάλου στρατηλάτη που «ἐχάλασε τὴν αὐτοκρατορίαν [τῶν Περσῶν]». Ο Ρήγας, αν και συνειδητός φορέας των γαλλικών επαναστατικών ιδεών, προτάσσει την στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.17 Γι’ αυτό και επιλέγει ως πρότυπο έναν κορυφαίο Έλληνα στρατηλάτη, που κατετρόπωσε τον Ασιάτη κατακτητή κατοχυρώνοντας την ανεξαρτησία των Ελλήνων, σε μια πολιτική συγκυρία που οι πλείστοι των συμπατριωτών και συμμαχητών του είχαν τα βλέμματά τους στραμμένα στον Ναπολέοντα, αναμένοντας την απελευθέρωση από τα έξω.18

16.Είναι εμφανής για τον μελετητή του Ρήγα η όχι τυχαία αναγραφή των ονομάτων τους, κατ’ εξαίρεσιν σε σχέση με τους υπόλοιπους, με κεφαλαία γράμματα. Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 643-4.

17.Για περ. βλέπε Λουκάς Αξελός, «Η στήριξη στις δικές μας δυνάμεις ως θεμέλιος λίθος της εθνικής στρατηγικής του Ρήγα και όψιμες απόπειρες στρέβλωσής της», ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο «Φεραί-Βελεστίνο-Ρήγας», 4-7 Οκτωβρίου 2012, περ. «Τετράδια», τεύχ. 62-63, Αθήνα 2013.

18. Για περ. βλέπε Ρήγας Βελεστινλής-Φεραίος, Τα έργα κ.λπ., ό.π., σελ. 665-671.

Απουσία διακριτής αναφοράς στο παρελθόν, πλην του εμβλήματος του Ηρα- κλέους, της αφετηριακής διατύπωσης για τον λαό, απόγονο των αρχαίων Ελλήνων, των εμμέσων αναφορών στο άρθρο 22 (Νὰ ἐξηγοῦνται οἱ παλαιοὶ ἱστορικοὶ συγγραφεῖς) και το άρθρο 35 όπου σε μια πρωτότυπη παρέμβασή του που δεν υπάρχει στο αντίστοιχο γαλλικό άρθρο επαναφέρει, αντλώντας ευθέως από τον Σόλωνα, το μέτρο της σεισάχθειας, συναντάμε στην Νέα Πολιτική Διοίκηση συμπεριλαμβανομένου και του Θουρίου.19

Αντίθετα στον Πατριωτικό Ύμνο, μοναδικό διασωσμένο τμήμα από το απωλεσθέν έργο του Εγκόλπιον [Στρατιωτικόν] οι στίχοι των στροφών 33 και 34 μιλούν από μόνοι τους καθαρά:

Ἀλέξανδρε, τώρα νὰ βγῇς

ἀπὸ τὸν τάφον, καὶ νὰ ἰδῇς.

τῶν Μακεδόνων πάλιν

ἀνδρείαν τὴν μεγάλην,

πῶς τοὺς ἐχθροὺς νικοῦνε,

μὲ χαρὰ στὴ φωτιά!

Ὁ Λεωνίδας ποῦ να ζῇ

μὲ τοὺς τρακόσιους του μαζί,

νὰ ἰδῇ τὸν Σπαρτιάτη

πῶς ρίχνεται σάν ἄτι·

τρώγει, πατεῖ, ξεσχίζει

τὴν Τουρκιά, μπρὲ παιδιά!20

Η κύρια πλευρά στο έργο του Ρήγα και η διαλεκτική της σχέση με τις υπόλοιπες

Δεν είναι, φρονώ, ανάγκη να επιβεβαιώσω το αυτονόητο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι στα αδιαμφισβήτητα έργα του Ρήγα η αναφορά-παρουσία του αρχαίου ελληνικού κόσμου σε σχέση με τον βυζαντινό είναι συντριπτική.

Ουσιαστικά, αν εξαιρεθεί η Χάρτα, στην οποία ο Ρήγας έχει σαφείς-ουσιαστικές αναφορές στον βυζαντινό κόσμο με κορύφωση την Επιπεδογραφία της Κων- σταντινουπόλεως, ο απλός αναγνώστης θα μπορούσε να βγάλει το συμπέρασμα ότι το Βυζάντιο σχεδόν απουσιάζει από το καθόλου έργο του.

Είναι, λοιπόν, προφανές με βάση τα κείμενα ότι οι απόψεις που προσπάθησαν ή προσπαθούν να θεμελιώσουν έναν «Βυζαντινό» ή έναν «χριστιανό βυζαντινό» Ρήγα σε αντίθεση, υποτίθεται, με έναν «κλασικιστή» ή έναν «εθνικό-κλασικιστή» Ρήγα, βρίσκονται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε πραγματική αμηχανία στο να βρουν το «απαραίτητο υλικό» για να θεμελιώσουν την άποψή τους.

19. Ό.π., σελ. 681, 691 και 695

20. Ό.π., σελ. 774

Η αδυναμία στήριξης στην υπαρκτή ύλη τους οδηγεί σε υποθέσεις εργασίας, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα στην πολιτική του αν, με την οποία δεν θεωρούμε αναγκαίο να ασχοληθούμε.21

Αντιθέτως, ίσως έχει νόημα να επανέλθω σε μια παλαιότερη τοποθέτησή μου αναφορικά με τις συνιστώσες που συγκροτούν τον ιδεολογικό και πολιτικό κόσμο του Ρήγα, δεδομένου ότι η στην πορεία του χρόνου εισροή νέων στοιχείων πιστεύω ότι όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε, αλλά τουναντίον ενίσχυσε την αρχική τοποθέτηση.

Χωρίς απολυτοποιήσεις όσον αφορά τον αριθμό, έχω συστηματικά σταθεί στις «τέσσερεις βασικές συνιστώσες που συγκροτούν το οικοδόμημα που ο Ρήγας ανήγειρε, αφήνοντάς το ημιτελές και με πολλά ερωτηματικά για το ποια θα ήταν η έκταση και η τελική αρχιτεκτονική του».22 Οι συνιστώσες αυτές είναι:

Ι. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος ΙΙ. Ο ενιαίος ιστορικός χώρος. Οι εθνικοί και κοινωνικοί αγώνες των βαλκανικών λαών.

ΙΙΙ. Ο Διαφωτισμός στην ευρωπαϊκή και νεοελληνική εκδοχή του και

IV. Οι σύγχρονες επαναστατικές ιδέες· ιδέες που αποτελούσαν σημείο συνάντησης και σύνθεσης της βαλκανικής επαναστατικής παράδοσης με το ορμητικό κύμα διεύρυνσης, ενίσχυσης, ανανέωσης και προσδοκίας που εκόμισαν και σε ολόκληρη την Χερσόνησο του Αίμου οι ιδέες των Γάλλων επαναστατών.23

Είναι σαφές ότι η άποψή μου αυτή αποκλίνει από την τοποθέτηση του δασκάλου όλων μας πάνω στον Ρήγα, Λέανδρου Βρανούση.

Ο Βρανούσης ως γνωστόν στην εξαίρετη πραγματεία του για τον Ρήγα, θεωρεί ότι ο Βελεστινλής αρδεύει το πνευματικό και ιδεολογικό του έδαφος από τρεις πηγές: την βυζαντινή παράδοση, την κλασική δόξα των προγόνων και τις νεωτερίστικες ιδέες της επαναστατικής Γαλλίας.24

21.«Η πολιτική του “αν” έχει πολλούς οπαδούς... γιατί τους απαλλάσσει από το να σκέφτονται και να μελετούν». Για περ. βλέπε Αντόνιο Γκράμσι, Για την αλήθεια ή για το να λέμε την αλήθεια στην πολιτική, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα 2012, σελ. 139.

22.Για περ. βλέπε Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής, κ.λπ., ό.π., σελ. 447 επ.

23.Ό.π., σελ. 34 επ. και σελ. 447 επ.

24.Επικεντρώνω τις παρατηρήσεις μου στον Λ. Βρανούση ως κατεξοχήν αφετηριακό αναλυτή της παραπάνω οπτικής. Προφανώς και δεν είναι ο μόνος. Τόσο ο Διονύσιος Ζακυθηνός, όσο και ο Απόστολος Δασκαλάκης ανέπτυξαν πριν από αυτόν στοιχεία της όλης προβληματικής. Προβληματικής που συνεχίστηκε και φτάνει ως τις μέρες μας αναπαράγοντας σε πολύ κατώτερο επίπεδο την προβληματική Βρανούση. Αυτό γιατί κατά πρώτο λόγο δεν προσκομίζει το παραμικρό νεότερο στοιχείο στα ήδη κατατεθέντα και κατά δεύτερο γιατί όλα όσα ο προσεκτικός Βρανούσης θέτει ως μη επαληθευμένα και μετά πολλών επιφυλάξεων, με συγκρατημένες δια- τυπώσεις του τύπου: «Ἔχουμ᾽ ἐπίσης τὴν πληροφορία» ή «δὲν ξέρουμε ἂν μπορῆ νὰ προστεθῆ καὶ ἡ αποδιδόμενη στὸ Ρήγα ἔκδοση τοῦ Ἀγαθαγγέλου», η νεόκοπη εκδοχή του «βυζαντινού Ρήγα», τα θεωρεί ως αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Για περ. βλέπε Λ.Ι. Βρανούσης, Ρήγας, ό.π., σελ. 110 επ., Διον. Α. Ζακυθηνός, «Ο Ρήγας και το όραμα του Οικουμενικού Κράτους της Ανατολής», περ. «Εκλογή», τόμ. Δ΄, Αθήνα 1948, σελ. 670 επ., Απ. Β. Δασκαλάκης, «Η βυζαντινή παράδοσις εις την επαναστατικήν απόπειραν του Ρήγα», περ. «Ελληνική Δημιουργία», τόμ. Η΄, τεύχ. 84, σελ. 183 επ. και Γιώργος Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα, «Εναλλακτικές Εκδόσεις», Αθήνα 2011, σελ. 55 επ.

Μιλώντας για την βυζαντινή παράδοση την οποίαν κατ’ επιλογήν προτάσσει των τριών πηγών (Πρώτη και 88 σειρές έναντι 10 σειρών για το αρχαιοελληνικό ιδεώδες και 4 σειρών για τις επαναστατικές ιδέες), ο Λ. Βρανούσης στο πρώτο μέρος της ανάλυσής του εκτιμά ως μείζον στοιχείο το βάρος της «χιλιόχρονης χριστιανικής αυτοκρατορίας της Ανατολής» και τις επιπτώσεις του στην σκέψη των ραγιάδων και κατ’ επέκταση του Ρήγα.

Στην συνέχεια παραθέτει το μοναδικό ουσιαστικά γραπτό αποδεικτικό στοιχείο, αναλύοντας την Επιπεδογραφία της Κωνσταντινουπόλεως και στέκεται σε δυο συμπληρωματικού χαρακτήρα αναφορές ενισχυτικές – κατά την γνώμη του – της λογικής για την βυζαντινή παράδοση ως κεντρικό στοιχείο της λογικής του Ρήγα.

Συγκεκριμένα γράφει:

«Ἔχουμ᾽ ἐπίσης τὴν πληροφορία ὅτι τὴν ἴδια ἐποχή, στὴ Βιέννη ὁ Ρήγας παραστάθηκε στὴν ἔκδοση του Χρονικοῦ του Φραντζῆ, του ἀπομνημονευματογράφου που ἐξιστορεῖ τὴν Ἄλωση...» για να συμπληρώσει λίγο παρακάτω ότι: «Σ᾽αὐτὰ ὅλα δὲν ξέρουμε ἂν μπορῆ νὰ προστεθῆ καὶ ἡ ἀποδιδόμενη στὸ Ρήγα ἔκδοση τοῦ Ἀγαθαγγέλου».25

Ας σταθούμε λοιπόν στις δύο επιμέρους πληροφορίες-αναφορές του Λ. Βρανούση.

Η πρώτη πληροφορία, μη κατονομαζόμενης προέλευσης, για παράσταση του Ρήγα στην έκδοση του Χρονικού του Γεωργίου Φραντζή, πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί με την προσκόμιση του οποιουδήποτε νέου στοιχείου, πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος ο Λ. Βρανούσης δεν επανήλθε ποτέ σε αυτήν, τι μας λέει στην πραγματικότητα; Μας λέει ότι ο Ρήγας ως φίλος και σύντροφος των Μαρκίδων Πούλιου, συχνάζων αλλά και εκδίδων βιβλία στο τυπογραφείο τους, παρέστη στην έκδοση του Χρονικού που τυπωνόταν την εποχή εκείνη στο τυπογραφείο τους. Τι πιο φυσιολογικό όσον αφορά την παρουσία – γνώση των αφορώντων την εκτύπωση του Χρονικού, που – προφανώς – θα την έβλεπε απολύτως θετικά. Από το σημείο αυτό όμως και πέρα, η αναγωγή του ενδεχόμενου περιστατικού σε στοιχείο στήριξης άποψης για τον «βυζαντινό Ρήγα», αποτελεί υπέρβαση, ανεπαρκή αλλά θεμιτή για τον ακριβολόγο Βρανούση, αλλά άκριτη για τους μετ’ αυτόν πλειοδοτούντες.

Τα αυτά ισχύουν και για την επόμενη περίπτωση του Αγαθάγγελου. Εδώ όμως ο μεν Βρανούσης αναφερόμενος στην «ἀποδιδόμενη στὸ Ρήγα ἔκδοση τοῦ Ἀγαθαγγέλου» διερωτάται και ο ίδιος αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στοι- χείο η εν λόγω αναφορά και, πενήντα χρόνια μετά, το 2011, κυκλοφορεί ολόκληρο βιβλίο που στηρίζει την όλη επιχειρηματολογία και οπτική στο – κατά την γνώμη του συγγραφέα – «δεδομένο στοιχείο» ότι ο Ρήγας ήταν εκδότης του Αγαθάγγελου στην Βιέννη.26

25.Για περ. βλέπε Λ.Ι. Βρανούση, Ρήγας, ό.π., σελ. 110-111.

26.Για το ζήτημα της έκδοσης του Αγαθάγγελου, έχει ήδη αναπτυχθεί ένας προβληματι- σμός τόσο από την πλευρά των βασικών συνηγόρων ότι η έκδοση της Βιέννης ήταν έργο του Ρήγα, όσο και εκείνων που – κατά την γνώμη μου – απέδειξαν ότι ο Ρήγας δεν είχε σχέση με την έκδοση αυτή. Για περ βλέπε Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου. Το μόνο γνωστό αντίτυπο», περ. «Ο Ερανιστής», έτος Ζ΄, τεύχ. 42, Αθήνα 1969, Γιώργος Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα, ό.π., Δημήτρης Καραμπερόπουλος, Ήταν τελικά ο Ρήγας εκδότης του Αγαθάγγελου;», εκδ. «Ε.Ε.Μ.Φ-Β-Ρήγα», Αθήνα 2009, Αστέριος Αργυρίου, «Τα “πατριωτικά έργα” του Ρήγα Βελεστινλή στο Χρησμο- λόγιον του Νικολάου Παρπαρίγου. Η ιδεολογική διάσταση του γεγονότος», ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Φεραί-Βελεστίνο-Ρήγας, Βελεστίνο, 4-7 Οκτωβρίου 2012 (ανέκδοτο) και Λουκάς Αξελός, «Η στήριξη στις δικές μας δυνάμεις ως θεμέλιος λίθος της εθνικής στρατηγικής του Ρήγα και όψιμες απόπειρες στρέβλωσής της», ό.π.

Στο δεύτερο μέρος του κειμένου του, ο Λ. Βρανούσης αναπτύσσοντας την όλη του προβληματική περί επιρροής της βυζαντινής μας παράδοσης, στέκεται ιδιαιτέρως στην κληροδοσία προς τους νεότερους Έλληνες του «σχήματος τοῦ οἰκουμενικοῦ κράτους τῆς Ἀνατολῆς», όπου αφού αναπτύσσει την προβληματική του για το όλον ζήτημα καταλήγει αναφορικά με τον Ρήγα στην παρακάτω διατύπωση:

«Ὁ Ρήγας, γόνος τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων τοῦ θεσσαλικοῦ κάμπου, ἀλλὰ καὶ τρόφιμος τῶν φαναριωτικῶν αὐλῶν τῆς βυζαντινῆς ἀριστοκρατίας, ἔζησε ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀντιλήψεις καὶ τὰ ὄνειρα τῶν λαϊκῶν στρωμάτων καὶ τῶν ἡγετικῶν τάξεων τοῦ Γένους.

Ἀναμφισβήτητοι εἶναι οἱ συναισθηματικοὶ δεσμοὶ του μὲ τὴν βυζαντινὴ παράδοση. Οἱ νέοι προσανατολισμοί του ὅμως τὸν τράβηξαν σ᾽εὐρύτερους ὁρίζοντες. Μ᾽ ἀποστροφὴ ἔβλεπε τὴν “παρακμάζουσα ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία τῆς ἀνατολῆς” ὁ αἰώνας τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὁ βυζαντινὸς “δεσποτισμὸς” δὲν μπορεῖ νὰ συγκινῆ τὸ Ρήγα»,27 για να συνεχίσει με τις αναφορές του στις δύο άλλες, κατά την γνώμη του, πηγές το αρχαιοελληνικό ιδεώδες και τις επαναστατικές ιδέες, που ενέπνευσαν τον Ρήγα.28

Σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο στηρίζεται η ανάλυση του Λέανδρου Βρανούση για τον «βυζαντινό Ρήγα», αυτοϋπονομευόμενη όμως από την χαρακτηριστική και χωρίς περαιτέρω εμβάθυνση κατάληξή του ότι «ὁ βυζαντινὸς “δεσποτισμὸς” δὲν μπορεῖ νὰ συγκινῆ τὸ Ρήγα».

27.Για περ. βλέπε Λ.Ι. Βρανούσης, Ρήγας, ό.π., σελ. 111.

28.Ό.π., σελ. 112.

Η ανάδειξη της σχέσης ιστορικής συνέχειας / α-συνέχειας του ελληνικού έθνους και η σύνθεσή τους σε μια ριζοσπαστική πρόταση για το παρόν και το μέλλον.

 Έχοντας συστηματικά σταθεί στο παρελθόν στην ανάλυση του όλου ζητήματος, προς οικονομία των πραγμάτων και με κίνδυνο κάποιας αυτοεπανάληψης και – δυστυχώς – αυτοαναφοράς, θα επισημάνω ότι η μελέτη των στοιχείων που παρατέθηκαν δεν ενισχύει την επιχειρηματολογία «περί βυζαντινού Ρήγα».

     

Αναφορικά λοιπόν με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ως βασική συνιστώσα του ιδεολογικού και πολιτικού κόσμου του Ρήγα μπορούμε συμπερασματικά να επαναλάβουμε την διατύπωση πως:

«η ενασχόληση του Ρήγα, από τα νεανικά του χρόνια, με την αρχαία πολιτιστική-πολιτική μας κληρονομιά, δεν ήταν μια τυχαία επιλογή, αλλά μια εδραία πεποίθηση που γιγάντωσε βαθμιαία. Με αυτή την έννοια, στηριγμένοι στο ίδιο του το έργο, δεν θεωρούμε παρακινδυνευμένο το συμπέρασμά μας, ότι η ουσιαστική από πλευράς του γνώση του κόσμου των αρχαίων Ελλήνων και των ιδεών τους, αποτελούσε – στην φάση της ωριμότητάς του – μιαν εύκολα διαβατή διαδρομή που συνέδεσε οργανικά την «αφετηριακή» αρχαιογνωσία – αρχαιολατρία του με τα κείμενα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λόγω των ιδιαιτεροτήτων που συγκεκριμένα έχουμε επισημάνει, του φαίνονταν όχι απλώς οικεία, αλλά και προέκταση ή τμήμα της “δικής του εθνικής κληρονομιάς”.29

Το ξεχωριστό βάρος που έχουν στην καθόλου δραστηριότητά του οι εκδόσεις έργων που άμεσα ή έμμεσα αναδεικνύουν το αρχαιοελληνικό κλασικό ιδεώδες, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βασική επιδίωξη του Ρήγα ήταν η αποκατάσταση της ιστορίας του ελληνικού έθνους μέσω της επιβεβαίωσης της ιστορικής συνέχειας και η ενδυνάμωση της εθνικής συνείδησης ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης της ιστορικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης.

Με την καθοριστική όμως επισήμανση, ότι αν υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί τον Ρήγα από πολλούς αρχαιολάτρες της εποχής του, είναι το γεγονός ότι η βαθιά αρχαιογνωσία του δεν αποτελούσε όχημα ταξιδιού στο παρελθόν, αλλά την «πρώτη ύλη» με την οποία έπλασε το σύγχρονο ιδεολογικό και πολιτειακό του πρότυπο.

Είμαστε, φρονούμε, σε θέση να υπερασπιστούμε την άποψη ότι πουθενά στο έργο του, η προγονοπληξία και ο στείρος κλασικισμός δεν βρίσκουν έρεισμα. Για τον Ρήγα, η κατάκτηση της νεωτερικότητας δεν έρχεται από το πουθενά, αλλά επαναβαπτίζεται και ξαναγονιμοποιείται σε ένα, οικείο σε αυτόν, έδαφος που για αιώνες είχε μείνει χέρσο».30

Έχοντας τοποθετηθεί συγκεκριμένα στο πρώτο ερώτημα σχέση Ρήγα – αρχαίου ελληνικού κόσμου, οφείλω ακολουθώντας την οδό των κειμένων να ασχοληθώ και με το δεύτερο ερώτημα, της σχέσης δηλαδή του Ρήγα με το Βυζάντιο.

29. Επιβεβαιωτική όλων των παραπάνω, είναι και η κατάθεση του γιατρού Νικολίδη, που δεν αποκρύπτει ότι «ἔκαμε λόγον περὶ τῶν γαλλικῶν θεσμῶν καὶ ὑπεραπολογήθη τοῦ σημερινοῦ αὐτῶν πολιτεύματος, ἐπειδὴ τοῦτο ἔχει μεγάλην ὁμοιότητα πρὸς τὸ παλαιὸν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος». Για περ. βλέπε Αιμίλιος Λεγράνδ, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων. Εκ των εν Βιέννη Αρχείων εξαχθέντα και δημοσιευθέντα, μτφ. Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, τυπ. «Αδελφών Περρή», Αθήνα 1891, σελ. 85.

30. Για περ. βλέπε Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής, κ.λπ., ό.π., σελ. 34 επ. και 449 επ.

Αν και η απάντηση έχει ήδη κατ’ ουσίαν εμμέσως δοθεί, θεωρώ απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις που διαφορίζουν την όλη μου λογική από τις αφοριστικές προσεγγίσεις και τα «μαξιμαλιστικού χαρακτήρα δίπολα».

Αυτό λοιπόν που θα πρέπει να διευκρινιστεί, είναι, ότι τόσο η συστηματική ανάγνωση του έργου του, όσο και η εξαντλητική αναδίφηση στις άμεσες και πρωτογενείς αναφορές που γίνονται σε αυτόν, δεν δικαιώνουν την άποψη της βυζαντινής παραμέτρου ως βασικής και μάλιστα ως πρώτης τη τάξει πηγής άδρευσης του πολιτιστικού-πολιτικού και ιδεολογικού εδάφους και υπεδάφους του Ρήγα. Πολλώ μάλλον τις αναπόδεικτες μεταγενέστερες σύγχρονες προεκτάσεις της «λογικής του αν», που θέλουν τον «βυζαντινό Ρήγα» να αποτελεί τον διαπρύσιο κήρυκα μιας χρησμολογικής (βυζαντινής υποτίθεται) παράδοσης και λογικής.

Αυτό, φυσικά, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα αποδοχής της άλλης μεταμοντέρνας και εξίσου καταχρηστικής λογικής για τον «αντιβυζαντινό Ρήγα».

Και οι δύο εκδοχές, γνήσια τέκνα του πολυπλόκαμου μεταπρατισμού, στηρίζονται σε μιαν ανιστόρητη και αντιδεοντολογική λογική τεμαχισμού και επιλογής κατά το δοκούν ό,τι εξυπηρετεί τις επιμέρους ιδεολογικοπολιτικές στοχεύσεις τους.

Αλλά ιστορία είναι, πάνω απ’ όλα, η αποδοχή των αδιαμφισβήτητων πεπραγμένων που αναδεικνύει η σχολαστική έρευνα των πηγών.

Η συστηματική μελέτη του Ρήγα αποδεικνύει ότι στο έργο του υπάρχουν στοιχεία της βυζαντινής παράδοσης την οποία ο Ρήγας σαφώς τιμά και την οποία την θεωρεί, όπως και την χριστιανική, αναπόσπαστο κρίκο της ιστορίας του ελληνικού έθνους, οργανικό ταυτοτικό του στοιχείο. Κανένα «μεταμοντέρνο» σόφισμα δεν μπορεί να ανατρέψει την πραγματικότητα αυτή.

Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, δεν αναιρεί όμως την επίσης εκ των κειμένων προκύπτουσα πραγματικότητα, ότι τα στοιχεία βυζαντινής προέλευσης τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά δεν είναι κυρίαρχα ώστε εμφαντικά να τα προτάξει κανείς ή να τα θέσει σε δυναμική αντιδιαστολή με τις βασικές συνιστώσες που συγκροτούν τον ιδεολογικό του κόσμο.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι δεν χρήζει επαναδιατύπωσης η παλαιότερη επισήμανσή μου ότι η έρευνα των πηγών αλλά και όλης της μεταγενέστερης προβληματικής που έχει αναπτυχθεί, επιβεβαιώνουν ότι η έννοια του οικουμενικού κράτους της Ανατολής που ενυπάρχει στο έργο του Ρήγα και αποτυπώνεται και στην Ελληνική Δημοκρατία του της Νέας Πολιτικής Διοίκησης, προσλαμβάνεται από τον ίδιο με όρους διιστορικούς.

«Η λεπτομερειακή ανάγνωση και εξέταση της Χάρτας του, μας οδηγεί, στο θεμελιωμένο στα ίδια τα στοιχεία που παραθέτει, συμπέρασμα, ότι η προσέγγισή του δεν γίνεται “βυζαντινά”, αλλά “διιστορικά”. Ο Ρήγας με συνέπεια ανα- δεικνύει το ιστορικό γεγονός ότι οι απαρχές του οικουμενικού αυτού κράτους ανάγονται στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, περνούν από την ρωμαιοκρατία στο Βυζάντιο για να καταλήξουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η απλή και μόνο ανάγνωση μας επιβεβαιώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι οΡήγας σαφώς συμπεριλαμβάνει το Βυζάντιο και δεύτερον ότι – εξίσου σαφώςόχι μόνο δεν το προτάσσει, αλλά το αφήνει να υπολείπεται αισθητά του αρχαίου κόσμου. Ο Ρήγας με το να προβάλλει εμφαντικά τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, περνάει «δια παραλείψεως» σε δεύτερη μοίρα τον βυζαντινό. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, δεσπόζει, ως βασική συνιστώσα της όλης του «φιλοσοφίας» αν και είναι προγενέστερος του βυζαντινού. Ο Βελεστινλής ως γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, συνδέει όπως και οι Ευρωπαίοι ομοϊδεάτες του, το σύγχρονο παρόν με την κλασική αρχαιότητα. Το αφετηριακό υπόστρωμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του ανάγεται κατά πρώτο λόγο στον Σόλωνα, τον Κλεισθένη, τον Λυκούργο και τον Περικλή και όχι στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες.

Ως εκ τούτου, φρονούμε, ότι η περίπτωση του Ρήγα με βάση την ριζική πολιτειακή του πρόταση, την σαφή ανεξίθρησκη οπτική του, αλλά και την καθ’ όλα νεωτερική στάση του και οπτική, σηματοδοτεί το τέλος του υστερογενούς «βυζαντινού κύκλου», ταυτιζόμενη με τις απαρχές της νεωτερικότητας· τις επιδιώξεις δηλαδή για την συγκρότηση ενός νεοελληνικού προσώπου με σαφή σύγχρονα κοσμικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά».31

31. Για περ. βλέπε Λουκάς Αξελός, Ρήγας Βελεστινλής, κ.λπ., ό.π., σελ. 35 επ. και 461 επ.