Εθνικά Ζητήματα

Τι κάνουμε σήμερα;

Caminando se abre el camino

Περπατώντας ανοίγει ο δρόμος

Machado   

Τι κάνουμε  σήμερα;

Τι κάνουν, τι κάνουμε σήμερα όλοι κι όλες εμείς που στηρίξαμε  με ανιδιοτέλεια στο πλαίσιο ενός απελευθερωτικού οράματος τον ΣΥΡΙΖΑ,  δίνοντας ένα τράτο σε πρόσωπα και πράγματα  που δεν μετρήσαμε με  μεζούρες, χωρίς να έχουμε  διαβάσει κριτικά το ανεφάρμοστο πρόγραμμά του, χωρίς να έχουμε λάβει υπ’ όψιν  ότι επειδή μύριζε εξουσία  τον είχαν περιβάλει ήδη άνθρωποι της  εξουσίας παντός καιρού;  Και τον στηρίξαμε   όχι  μόνο για να πάρει την εξουσία, σε μια ώρα άωρη όπως αποδείχθηκε  τοις πράγμασι, αλλά  ακόμα πιο πολυάριθμοι  για να την επιβεβαιώσει με εκείνο το ΟΧΙ, το ασαφές ως προς το τί, που μύριζε τακτικισμό, έναν τακτικισμό αποτυπωμένο στο βλέμμα αυτών που το πρότειναν,  αλλά που ακόμα κι έτσι πολεμήθηκε από παντού για να κερδίσει μεταξύ μας έναν σεβασμό ερήμην των προθέσεων αυτών που το είχαν εισηγηθεί;  Γιατί  ξέραμε ήδη  εκείνον  τον  δραματικό Ιούνιο του 2015 ότι οι διαφορές μεταξύ πρότασης Γιουνκέρ και Σύριζα δεν ήταν μεγάλες, ξέραμε ήδη δηλαδή  ότι, τύποις, η διαμάχη γινότανε για τον Φ.Π.Α. στα μακαρόνια, αφού ακόμα και  αυτά δεν είχαν αφήσει οι δανειστές στην ησυχία  της χαμηλής τιμή τους.

Το όχι της κατάφασης

Εκείνο το ΟΧΙ ωστόσο  που ακολούθησε ήταν  μεγάλο, ήταν το σωστό. Το είπαν άνθρωποι  με επίγνωση του κινδύνου. Ήταν ένα όχι που επιτέλους δεν ήταν  άρνηση, αλλά απόφαση  και κατάφαση για μια κοινή και δύσκολη προσπάθεια έξω από τις συνθήκες υποταγής, που είχαν φτιάξει γύρω μας και μέσα μας έναν ιστό ενοχής. Ακόμα και όταν η ενοχή αυτή δεν έλεγε -και δεν τολμά ακόμα να πει-  το όνομά της.

 

Η ενσωμάτωση της ενοχής

Η ενοχή αυτή  έχει  ενσωματωθεί  σε μεγάλο βαθμό σήμερα, παίρνοντας διάφορα προσωπεία.  Μεταμφιέζεται  α) Σε πραγματισμό: «τι θέλουν από εμάς; τα λεφτά τους [που τους χρωστάμε] θέλουν»  ή «πρέπει να πληρώσουμε  αφού  ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας, τρώγωντας τα λεφτά της ΕΕ τόσα χρόνια»  β) Σε κυνισμό:  «δεν υπάρχει τίποτα όρθιο, άρα εγώ πρέπει να την βγάλω όπως μπορέσω πατώντας και επί πτωμάτων»  ή  γ) σε αδιαφορία: «Τι να κάνει κανείς; Αφού τίποτα δεν γίνεται»,  αν δεν προβάλλεται  δ) Ως μίσος  ή απέχθεια  για την χώρα «τι περιμένεις; Ελλάδα είναι εδώ» ή  για διάφορες κατηγορίες  εργαζομένων,  με πρώτη στο στόχαστρο  τους δημοσίους  υπαλλήλους, αλλά και  σε κατηγόριες για αδιαφορία  στον διπλανό μας,  αυτόν τον υποκριτή, είδωλο της δικής μας αδυναμίας.  Στον διπλανό μας  που  «δεν κάνει τίποτα» γιατί έχει βρει καταφύγιο στον καναπέ  του (με τον όρο βέβαια να τον έχει ακόμα στο σπίτι του, να έχει ακόμα σπίτι!). «Μα γιατί κανείς δεν ξεσηκώνεται», ακούμε από χείλη ανθρώπων που επίσης δεν  έχουν ξεσηκωθεί. Ρίχνοντας το ανάθεμα  «τω αγνώστω ανθρώπω», που  τον τοποθετούμε απέναντι μας  για να μην τον δούμε μέσα μας, ξεχνάμε ότι δεν μας έχει επιτραπεί λόγω διαδοχικών αναστολών να κάνουμε το πένθος μας σαν άνθρωποι, να επιτρέψουμε την επώδυνη ρωγμή στην εικόνα μας,  να μην πέσουμε σε έναν στρουθοκαμηλισμό ή σε έναν  ψευδο- ορθολογισμό, προσωπείο μιας νεύρωσης,  που δεν δέχεται ότι υπάρχουν πράγματα  τα οποία  δεν εξηγούνται αποκλειστικά και μόνο με στερεότυπα που παριστάνουν τον ορθό λόγο.

 Μία κοινή παραδοχή για να συνεχίσουμε:

Παραδεχόμαστε ή όχι ότι αυτό που συνέβη στον τόπο μας είναι ριζικά παράλογο, είναι ριζικά κακόγουστο, είναι ριζικά ειδεχθές. Είναι δηλαδή συλλήβδην ή μάλλον σύριζα επιθετικό;

Παραδεχόμαστε ή όχι ότι  αυτό που συνέβη στον τόπο μας πληγώνει το σώμα μας, πληγώνει το σώμα του  λαού  μας, που με τα πάνω και τα κάτω του δεν παύει να αποτελείται από ανθρώπους  που τους είναι δύσκολο να ταυτιστούν με την νέα στερεοτυπική εικόνα του απατεώνα, του ψεύτη, του τεμπέλη;

Παραδεχόμαστε ή όχι  την διττή τάση των επικυρίαρχων και των ιθαγενών ακολούθων τους  απέναντι μας: από την μία ελεημοσύνη στην θέση της δίκαια αμειβόμενης εργασίας  ή  έστω κατά τα «ευρωπαϊκά» ειωθότα, «απασχόλησης»  που έχει ως αποτέλεσμα την ριζική  υποτίμηση των «επωφελουμένων»  ενός πινακίου από γεμιστά ανθρώπων από τους κυβερνώντες; Και από την άλλη  μία ρητορική «κανονικότητας», αφού η Ελλάδα, αν και τραυματισμένη, λαμβάνει μέρος σε όλες τις «μετρήσεις» τους, καταλαμβάνοντας  σταθερά τις κατώτερες θέσεις. Μοιάζει έτσι  να είμαστε οι «τελευταίοι των τελευταίων» σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση  «πρώτη των πρώτων». Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο όλο και λιγότερο συμπαγή, δημοκρατική και δίκαιη, όπου οι εκφραστές της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες της ότι τα δεινά τους πηγάζουν από την υποτιθέμενη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, την οποία αυτοί οι ίδιοι εκφραστές καταστρέφουν και απομυζούν όλο και πιο ολοκληρωτικά. Υπηρετώντας την προσπάθεια αυτή συκοφάντησης μιας ευρωπαϊκής χώρας και χειραγώγησης των υπόλοιπων, μία ρητορική βασισμένη στην βάναυση συνθηματολογία γίνεται  όλο και πιο πολύ ο κοινός τόπος συμπεριφορών και πολιτικών.

Εθνική κυριαρχία, κοινωνική και πολιτισμική απελευθέρωση.

Η κυβέρνηση και τα Μέσα που την στηρίζουν επιμένουν ότι η Ελλάδα είναι μια κυρίαρχη χώρα. Ψεύδονται. Και αυτό επιβεβαιώνεται συνεχώς  από τις δηλώσεις και κυρίως τις πράξεις των επικυριάρχων, τις διάφορες μεταμορφώσεις της οικονομικής υποτέλειας καθώς και τον κορυφαίο φανερό ή/και κρυφό ρόλο ξένων ανθυπάτων σε όλους τους τομείς της οικονομικής πολιτικής, τις αποικιακού τύπου συμβάσεις με εταιρείες σαν την Fraport ή αυτή για το Ελληνικό και την σπασμωδικότητα στις κινήσεις της εξωτερικής πολιτικής (όπως συνέβη με την ξαφνική  αναζωπύρωση του «Μακεδονικού» και με την εσπευσμένη επίσκεψη Ερντογάν). Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζεται νεοαποικία, ή αποικία χρέους. Και χρειάζεται επειγόντως την εθνική της κυριαρχία, που μαζί με την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτισμική αντίσταση και δημιουργία συγκροτεί το τρίπτυχο των βασικών αιτημάτων όχι πια μόνο για την καλύτερη ζωή αλλά για την ίδια την επιβίωση του τόπου. Σε μια χώρα όπου όλες οι μείζονες αποφάσεις υπαγορεύονται στην κυβέρνηση άλλοτε φανερά και άλλοτε υπόγεια  από τους ξένους πολιτικούς θεσμούς, όπως η Ε.Ε  και τα παρακλάδια της,  και από τους ξένους και ντόπιους εντολοδόχους τους μέσα στην Ελλάδα, που σαν τον Γύγη του μύθου  αποφασίζουν εν κρυπτώ επικαλούμενοι  μια «διαφάνεια» που αφορά αποκλειστικά στους υπηκόους τους,  η κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας είναι οπωσδήποτε και θέμα ριζικής αλλαγής των πολιτικών και οικονομικών θεσμών. Αυτό είναι κάτι το εντελώς απαραίτητο αλλά όχι αρκετό. Μια επανάσταση στην εκπαίδευση και την επικοινωνία, στους κώδικες ηθικής συμπεριφοράς, στην τέχνη κλπ. είναι απολύτως απαραίτητη. Και αυτό διότι  η υποτέλεια στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο έχει βρει το αντίστοιχό της στην πνευματική υποτέλεια και στον πιθηκισμό, που δεν «μας κάνουν ευρωπαίους» όπως επαγγέλλονται όσοι προωθούν τέτοιες τάσεις, αλλά , αντιθέτως, μας απαγορεύουν να είμαστε πολίτες της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου. Δεν χρειάζεται να προστεθεί ότι η κατάκτηση της κυριαρχίας αυτής κάθε άλλο παρά σημαίνει τον πολιτικό, οικονομικό και πνευματικό απομονωτισμό. Αλλά για να κάνεις τα ζωογόνα ανοίγματα, τις μη ψυχαναγκαστικές, υπαγορευμένες από ένα έλλειμμα αυτοεκτίμησης πνευματικές και οικονομικές εισαγωγές και εξαγωγές, πρέπει πρώτα να υπάρχεις ενεργά ο ίδιος, να πιστεύεις στην αξία σου και στην προοπτική σου ώστε να αξιολογήσεις αντίστοιχα στοιχεία στον άλλο. Η έλλειψη αυτοεκτίμησης μαζί με το θάμπωμα από την εξουσία είναι ίσως ένα ακόμα κλειδί των άνευ προηγουμένου υποχωρήσεων και ασυνεπειών που σημάδεψαν την πορεία και των κυβερνώντων: Η «ωρίμανση» των πρώην «παιδιών» που είχαν τάξει στον λαό τον ουρανό με τ’ άστρα εκφράζεται με κάποιες δήθεν θλιμμένες και στην ουσία άκρως κυνικές δηλώσεις του τύπου «προσπαθήσαμε να υλοποιήσουμε αυτά που είχαμε υποσχεθεί αλλά ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο». Η απάντηση είναι πως αντιθέτως η υπεράσπιση της εθνικής, πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας ήταν δυνατή, αλλά το αίσθημα κατωτερότητας που εκφράστηκε ως κυνισμός και η ιδιοτέλεια αυτών στους οποίους πίστεψε ο λαός την υπονόμευσαν.    

Η κοινωνική/οικονομική απελευθέρωση.

Εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να υπάρξει σε μια διαλυμένη, κατεστραμμένη κοινωνία. Όσοι μιλούν για εθνική πολιτική αγνοώντας την υποδούλωση των Μνημονίων παραλογίζονται ή – το πιθανότερο- παραπλανούν από συμφέρον, αφού, προφανώς μια χώρα με διαλυμένη την οικονομία και την κοινωνία δεν μπορεί να είναι κυρίαρχη. Το κείμενο αυτό δεν έχει την πρόθεση και την ικανότητα να μπει σε ζητήματα οικονομικών θεσμών και μεγεθών. Υπάρχουν όμως μερικά καθοριστικά στοιχεία που οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι η Ελλάδα δεν μπήκε, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ  και τους εντολοδόχους τους στον εφιάλτη των μνημονίων για να σωθεί αλλά για να μετατραπεί σε νεοαποικία. Τα χρήματα που στερείται με όλο και πιο αδυσώπητο τρόπο ο Έλληνας πολίτης, και ο εθνικός πλούτος που όλο και πιο πολύ πέφτει στα χέρια των ξένων «επενδυτών»  δεν αξιοποιούνται για ανάκαμψη της οικονομίας. Όπως συνέβη και με το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας κατά την Επανάσταση του 21 τα χρήματα των δανείων επιστρέφουν πολλαπλασιασμένα στις τσέπες των δανειστών. Αλλά οι δανειστές δεν θέλουν απλώς τα χρήματα που –δεν- τους χρωστάμε γιατί τα δάνεια αυτά είναι πολλαπλά παράνομα. Αυτό που θέλουν είναι η απόλυτη κυριαρχία σε κάθε τομέα της ζωής της χώρας, η εκμηδένιση των πολιτών της, και ίσως η χρησιμοποίησή της ως πειραματόζωου για μια νέου τύπου κυριαρχία που επιφυλάσσουν και για άλλους λαούς. Το πράγμα αυτό σημαίνει ότι η άρνηση να πληρώσουμε τα χρέη, είναι βασικός όρος επιβίωσής μας. Η άρνηση αυτή  θα σημάνει  μια δύσκολη περίοδο για την χώρα. Το να συνεχίσουμε όμως να υποκύπτουμε σημαίνει τον θάνατο, με πραγματική και μεταφορική έννοια. Με αυτά τα δεδομένα η συζήτηση για το αν τα θέματα εθνικής κυριαρχίας προηγούνται στην Ελλάδα των κοινωνικών/οικονομικών ή αντιστρόφως είναι ματαιοπονία. Εθνικός και κοινωνικός/οικονομικός αγώνας στην Ελλάδα σήμερα είναι ένας και ο αυτός.

Πολιτισμική απελευθέρωση. Ο άνθρωπος στο κέντρο της ζωής.

Το ότι η κρίση που περνάμε είναι πολιτισμική κινδυνεύει, αν δεν το δούμε πιο συγκεκριμένα μέσα στην σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, να παραμείνει ένα στερεότυπο ανάμεσα σε πολλά άλλα. Αποκτά μια μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτούμε ότι σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου αλλά πολύ έντονα στην Ελλάδα όλο το φάσμα του πολιτισμού διέρχεται δεινή κρίση και δέχεται άγρια επίθεση. Η οικογένεια, πυρήνας κοινωνικής αλληλεγγύης και αντίστασης, δεινοπαθεί. Πέρα από παρωχημένες αρτηριοσκληρώσεις και εξίσου καταπιεστικές και καταστροφικές καινοφανείς μόδες, καλούμαστε να στηρίξουμε τον πυρήνα της ζωής εφευρίσκοντας νέους δρόμους θετικής υπέρβασης του οιδιπόδειου και συνειδητοποίησης ότι το να είσαι γονέας ή παιδί δεν συνιστά  στατιστικό δεδομένο ή νομικό σχήμα αλλά στοίχημα και κατόρθωμα.  Η εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες παραπαίει μεταξύ παρακμής και εξαγρίωσης. Τα τηλεοπτικά και ιντερνετικά σκουπίδια, και φυσικά η υποτίμηση και η υποκρισία των εξουσιαστών, υποσκάπτουν όλο και πιο πολύ την ρίζα του πολιτισμού που είναι η σχέση δασκάλου/ μαθητή και το μάθημα που πρέπει να είναι όχι σύμβαση αλλά τελετουργία και performance. H επικοινωνία, έντυπη και ηλεκτρονική, λειτουργεί συχνά ως εργαλείο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης. Οι θετικές εναλλακτικές νησίδες που επιμένουν και κάποτε φέρνουν πολύ θετικά αποτελέσματα στο διαδίκτυο και όχι μόνον δείχνουν τον δρόμο. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τις πολιτισμικές εκείνες δημιουργίες που τολμούν να αγγίξουν  ζητήματα εκτός μιας  επιβαλλόμενης  «ορθότητας», με στοιχεία πρόκλησης, αποδόμησης, δήθεν «εκτός συστήματος» .Υπάρχει ανάγκη να ευρεθούν νέοι τρόποι, νέα γλώσσα ώστε από καινοτόμους δρόμους που μένουν ζητούμενοι να επιστρέψει ο άνθρωπος στο κέντρο της ζωής. Με επίγνωση του διασπαραγμού του που μπορεί να μεταμορφώσει την σκέψη και την πράξη του.

Οι φίλοι

«Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός»; Ερώτημα που κάνουν διάφοροι ανάμεσα στους οποίους με κάποια έκπληξη βρίσκει κανείς και εκπροσώπους ή οπαδούς της σημερινής κυβέρνησης, οπότε το ερώτημα αυτό- που καταντά έτσι απλώς ρητορικό- φέρνει «μοιραία» ένα ακόμη: «Ε, αφού ο λαός δεν κινείται, πώς θέλετε και εμείς, χωρίς τις κινητοποιήσεις του, να αντισταθούμε στους δανειστές»;  Το ερώτημα απευθύνεται και από ξένους φίλους, με ή χωρίς εισαγωγικά, της Ελλάδας. Πρόσφατα ο κύριος Μακρόν συνεχάρη έκθαμβος τον έλληνα πρωθυπουργό. Στην Γαλλία, του είπε, με τέτοια μέτρα ο λαός θα είχε ξεσηκωθεί να με ανατρέψει. Ωστόσο και κάποιοι άλλοι ξένοι φίλοι, πραγματικοί αυτοί αλλά μάλλον απόμακροι, διερωτώνται επίσης: Μα γιατί δεν ξεσηκώνεται η Ελλάδα; Το ερώτημα αυτών των τελευταίων τίθεται βεβαίως με λιγότερη επιμονή σε σχέση με την εποχή που πίστευαν ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν η πρωτοπορία για ένα πανευρωπαϊκό κίνημα αντίστασης στην νεοφιλελεύθερη λιτότητα. Σήμερα, η εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε στην Ιταλία το «ψηφοδέλτιο Τσίπρα» μοιάζει να ανήκει στην προϊστορία. Αλλά η ευθύνη για την υποχώρηση – ή την υποτροπή- αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κάποια έλλειψη ταξικής συνείδησης, επαναστατικότητας κλπ. του ελληνικού  λαού.  

Οι ευθύνες του  Σύριζα  είναι εδώ καθοριστικές. Διέψευσε τις προσδοκίες  όλων αυτών, ευρωπαίων και μη, που  διέκριναν στις επαγγελίες του ένα άλλο μονοπάτι μέσα στους αυτοκινητοδρόμους ταχείας κυκλοφορίας της ΕΕ. Μιαν  άλλη  πορεία  στην οποία εκείνος  καλούνταν να γίνει ο πλοηγός. Και σε κάθε πορεία προσωπική είτε συλλογική, όταν κάποιος στοχεύσει ψηλά και αποτύχει- και μάλιστα αμαχητί- η πτώση του εύκολα μπορεί να τον οδηγήσει σε μια κατάσταση κατώτερη και από το αρχικό σημείο εκκίνησης της προδομένης προσπάθειας.  Σήμερα οι προσδοκίες εκείνες έχουν βέβαια σε μεγάλο βαθμό απωθηθεί και γυρίσει σε απογοήτευση.  Όμως  υπάρχουν και κάποιοι που ακόμα επιμένουν.

Αυτούς  θα μπορούσαμε να καλέσουμε σήμερα σε μια κοινή πορεία αλληλοσεβασμού, αλληλεγγύης και ανυπακοής με στόχο την απελευθέρωση του τόπου. Με σεβασμό σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά, σαν άτομα και σαν συλλογικότητες  δεν αφήνουμε κανέναν  να επωμιστεί μόνος του το φορτίο, κανέναν να μπει μόνος του μπροστά, για να τον λοιδορήσουν σαν τρελό ή σαν ανώριμο όπως κάνουν πάντα κάποιοι  όταν νιώθουν ότι το σύστημα που  συνεχώς  οχυρώνουν πάνω στις ψυχές και τα σώματα μας  κινδυνεύει από μία ρωγμή, έναν ψίθυρο, μια ανάσα, μια λέξη. Μοιάζει να έχει φτάσει η ώρα μιας συνύπαρξης  σε νέου τύπου, ελληνικές και διεθνείς  πνευματικές, πολιτισμικές και πολιτικές ταξιαρχίες,  ακολουθώντας  την παράδοση  του πατριωτισμού και του διεθνισμού αυτών  που παλαιότερα πάλεψαν τον φασισμό στην χώρα μας και στην Ευρώπη.

Ο πόλεμος.

Βρισκόμαστε μπροστά στον πόλεμο. Εμείς, ο κόσμος, η περιοχή μας, η Ελλάδα. Ξεκαθαρίζω αμέσως ότι το μπροστά στον πόλεμο, λέγεται εδώ με την ελπίδα και την πρόθεση να μην επιτρέψουμε στους πολέμους που συνεχώς ερημώνουν τον κόσμο να γενικευτούν και να μας συμπαρασύρουν. Ο πόλεμος ή πιο σωστά οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι του 21ου αιώνα δεν είναι δυστυχώς εξαιρέσεις, σε μια γενική συνθήκη παγκόσμιας «ομαλότητας», εγγυημένης από τους διεθνείς θεσμούς και την σοφία των ηγετών του πλανήτη. Είναι μια ενδημική κατάσταση σύμφυτη με την εικονική ομαλότητα που προβάλλουν οι ιμπεριαλισμοί για να κρύψουν ότι η πραγματική – δίπλα στην συμβολική- βία είναι το βασικό εργαλείο επιβολής των συμφερόντων τους. Τα όσα ζήσαμε και ζούμε πολύ κοντά μας, τα όσα ζούμε πια με κίνδυνο να ζήσουμε ακόμα χειρότερα στα σύνορά μας, συνθλίβουν κράτη και κοινωνίες και δημιουργώντας ένα ντόμινο βίας στέλνουν προς την Ευρώπη και κυρίως προς την χώρα μας συνεχώς διογκούμενα πλήθη ξεριζωμένων και απελπισμένων ανθρώπων. 

Για να μην οδηγηθούμε  σε έναν ακόμα ολέθριο πόλεμο. Να μην φτάσουμε  σαν τον Φάουστ μετά από μια πορεία  γνώσης και επίγνωσης  να  υποταχθούμε ακόμη περισσότερο σε ένα άνομο συμβόλαιο ατομικής ευτυχίας, σε μία καταδικασμένη εκ των προτέρων απόπειρα μόνοι εμείς να σωθούμε.  Είναι η  ώρα να αγωνιστούμε μαζί  με τους φίλους μας όπου γης για μια άλλη  δίκαιη κοινωνία, μακριά από επαναλαμβανόμενες  πεισιθάνατες ή μάλλον νεκρόφιλες  πολιτικές, κρατικές και ατομικές, πληρώνοντας  το κόστος που μας αναλογεί.

Η Ελλάδα έχει γενικό αλλά και ιδιαίτερο συγκεκριμένο συμφέρον να σωθεί η ειρήνη στην περιοχή μας και στον κόσμο. Τα κύματα των απελπισμένων προσφύγων που όταν δεν καταλήγουν στον βυθό της Μεσογείου κατακλύζουν την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη χώρα μας δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν μόνον με τα αναγκαία αλλά εντελώς ανεπαρκή ανθρωπιστικά μέτρα που με δυσκολία και δυστοκία προσπαθεί να εφαρμόσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πρόβλημα της νέας αυτής μεγάλης μετανάστευσης των  λαών, προοπτικά πιο δραματικής από αυτή που άλλαξε τον χάρτη της Ευρώπης τον 4ο αιώνα μ. Χ., θα αντιμετωπισθεί μόνον όταν η αιτία που την γεννά, δηλαδή οι πόλεμοι της ευρύτερης περιοχής μας, σταματήσουν. Η Ελλάδα, χώρα όπου γεννήθηκε η έννοια της εκεχειρίας, πρέπει να κάνει την έννοια αυτή, εργαλείο διεθνούς δράσης. Η φιλία ανάμεσα στους λαούς υποσκάπτεται, δηλητηριάζεται από την μισαλλοδοξία μιας εξουσίας, που όλο και πιο πολύ δεν έχει πατρίδα. Γι αυτό καταστρέφει με πολλούς τρόπους τις πατρίδες  των ανθρώπων.         

Οι  γείτονες.

Στα ανατολικά σύνορα της χώρας οι γείτονες, σύμμαχοι ή όπως αλλιώς αποκαλούνται,  είναι αποφασισμένοι, όπως δηλώνουν, να ξαναφτιάξουν κατά το δικό τους δοκούν τους χάρτες της περιοχής  μας. Η τουρκική κυβέρνηση αλλά και αυτό που εμφανίζεται ως το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας αυτής επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους την απόφαση της «να (ξανα) γίνει μεγάλη» χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν  τις ζωές που θα δώσει και θα πάρει. Δηλώσεις και πράξεις της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης καθιστούν σε σημαντικό βαθμό  θεωρητική την συζήτηση περί ισχύος ή αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης: Με την εισβολή στο Αφρίν και αλλού  η συνθήκη της Λωζάννης αμφισβητείται ήδη εμπράκτως. Ήδη μια σειρά γεγονότων δηλώνουν ότι αν όχι ακόμα ο πόλεμος, η έμπρακτη «μετά παραδειγμάτων» απειλή πολέμου είναι ένα πρόγραμμα που ήδη εφαρμόζουν επίμονα οι γείτονες.  Το κείμενο αυτό δεν μπορεί να εκτιμήσει αν αυτό που μας περιμένει είναι η συνέχιση του προγράμματος αυτού, ώστε η χώρα μας να ικανοποιήσει τις τουρκικές απαιτήσεις αμαχητί είτε ένα ή περισσότερα «θερμά επεισόδια» ή ακόμα ένας γενικευμένος πόλεμος. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι η ρητορική του μίσους, της βίας, του πολέμου γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη και κυρίαρχη στην Τουρκία:  Οι πύρινες προεκλογικές  και μη, δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας που υμνούν τις αγριότητες που έγιναν κατ’ επανάληψη εις βάρος  των τεθνεώτων Ελλήνων και  καλούν  σε αντίστοιχου τύπου συμπεριφορά στους ζώντες, συνδέονται οπωσδήποτε και με οικονομικές βλέψεις.  Γίνονται με φόντο τα νέα δεδομένα στην περιοχή σχετικά με τον υποθαλάσσιο πλούτο και τους νέους αγωγούς. Όπως έχει δείξει η ιστορία  όμως, οι οικονομικοί λόγοι δεν  είναι ποτέ μόνο οικονομικοί. Ο κατ’ επίφαση πολιτισμός  κι η χαλκευμένη μνήμη  χρησιμοποιούνται  συστηματικά για να οπλίζουν  λόγους και  συμπεριφορές. Αλλεπάλληλες  εμπειρίες της ανθρωπότητας βεβαιώνουν ότι η βία των λέξεων μπορεί να προετοιμάζει την βία των όπλων, όταν αυτός που χειρίζεται και τα δύο δεν υπολογίζει ότι θα βρει αντίσταση. Και επιπλέον η διέγερση των φονικών και σαδιστικών αισθημάτων των μαζών μπορεί να γεννήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις που να υπερβούν ακόμα και τα συμφέροντα και τις προθέσεις αυτών που την χρησιμοποιούν. Με αυτά τα δεδομένα το ευρύτερο σύνθημα «κάτω ο πόλεμος» παίρνει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Πριν η χώρα μας οδηγηθεί να καταφύγει στην στρατιωτική αποτροπή, θα πρέπει να γίνουν όλες οι προσπάθειες ώστε η αποτροπή αυτή να μη χρειαστεί.  Πολλά από αυτά που πρέπει να γίνουν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης που χειρίζεται τα θέματα της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Το θέμα όμως αφορά και ολόκληρη την κοινωνία, τον κάθε πολίτη και κυρίως αυτούς που νοιάζονται για  την ελευθερία και την δημοκρατία. Μια σειρά από προσπάθειες καθίστανται για μας απαραίτητες και πρέπει να προωθηθούν με κάθε μέσο.

Κανένας αγώνας , ειρηνικός ή μη, δεν κερδίζεται όταν το φρόνημα του λαού είναι καταπτοημένο και η παρρησία, η αλληλεγγύη, η αγάπη για τον τόπο υποσκάπτονται. Η πειστική ανάδειξη θετικών προτάσεων για την χώρα, η ανάκτηση της προοπτικής και της ελπίδας  είναι η πρώτη γραμμή αμύνης.

Το βαθύτατο τραύμα που επέφεραν τα εγκλήματα της Χούντας στον πατριωτισμό του λαού πρέπει να ξεπεραστεί. Οι έλληνες στρατιωτικοί που είναι η εγγύηση για την διατήρηση της ειρήνης και που αν χρειαστεί θα σηκώσουν το βάρος της άμυνας της χώρας- και που ήδη βιώνουν μια αφόρητη πίεση, πρέπει να νιώσουν ότι η κοινωνία είναι κοντά τους.

Η ελληνική κοινωνία πρέπει να πεισθεί και να πείσει τους άλλους ότι η τουρκική επιθετικότητα είναι όχι μόνον ελληνικό αλλά και διεθνές πρόβλημα. Πρέπει να ευαισθητοποιήσουμε τις κοινωνίες της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου σχετικά με το ότι η χρήση μιας ακραίας ρητορικής του μίσους και η βίαιη και ένοπλη περιφρόνηση των συνόρων από την Τουρκία και όχι μόνον συνιστά για όλους απειλή που με δεδομένες τις τρομακτικές δυνατότητες της σύγχρονης πολεμικής τεχνολογίας μπορεί να πάρει γενικότερες εφιαλτικές διαστάσεις.      

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεταξύ των Τούρκων πολιτών που ζουν στην χώρα τους και στην διασπορά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θέλουν την ειρήνη και την συνεργασία των λαών μας. Ο στρατιωτικός νόμος και οι άλλες συνθήκες που βιώνει η γειτονική χώρα δεν διευκολύνουν κοινές δηλώσεις και δράσεις. Ωστόσο, πρέπει να επιμείνουμε να βρούμε όλους αυτούς που θα μπορέσουν να μιλήσουν και να δράσουν μαζί μας για να υποστηρίξουμε την ειρήνη στις δύο χώρες μας. 

Από την ανυπομονησία στην αμηχανία και στην απόφαση.

Προερχόμαστε από μια ήττα. Την προδοσία των λαϊκών προσδοκιών από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το τραύμα της ήττας ευνοεί τον ευνουχισμό, την καχυποψία, την μνησικακία και δυσκολεύει την συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, προϋποθέσεις οποιουδήποτε αγώνα. Στην πρώτη εποχή των Μνημονίων κυριάρχησε σε όσους τότε αντιπαρατάχθηκαν η υπεραισιοδοξία και η ανυπομονησία. Η υπερβολική αισιοδοξία μας έκανε, πολιτικά στελέχη και κοινωνία,  να υπερεκτιμήσουμε τις εσωτερικές μας δυνατότητες και τις όποιες εξωτερικές συμμαχίες, που ωστόσο κάθε άλλο παρά ήταν όλες ανεδαφικές. Και ακόμη μας απαγόρευσε να σκεφτούμε ψύχραιμα το αν τα συνθήματα του λόγου του Τσίπρα στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από εκλογικά πυροτεχνήματα. Η ανυπομονησία, ώθησε τον Σύριζα να σπεύσει να διεκδικήσει, μάλλον χωρίς προετοιμασία, την κυβερνητική εξουσία και να πετύχει να την καταλάβει και τον λαό να τον στηρίξει στην προσπάθεια αυτή. Τα αισθήματα αυτά δεν έσβησαν στην πρώτη φάση της διακυβέρνησης έστω και αν γρήγορα έγινε  σαφές ότι οι εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης θα έμεναν εν πολλοίς λόγια. Μετά όμως την παλινωδία του 2015 τα διαδέχθηκε για ένα υπολογίσιμο μέρος του κόσμου ένα μίγμα απογοήτευσης και φαινομενικής τουλάχιστον αδιαφορίας ή και κυνικού «πραγματισμού». Όσο γι αυτούς που δεν έπαψαν να αντιστέκονται, μέσα σε αναμφίβολα δύσκολες συνθήκες η αμηχανία ήταν το νέο αίσθημα που βάρυνε σε σημαντικό βαθμό. Όχι άδικα. Και αυτό ο ευαισθητοποιημένος έστω πολίτης, εργαζόμενος, σπουδαστής ή οτιδήποτε άλλο ανέπτυξε ένα σκεπτικισμό και δυσπιστία που δυσκόλευε – και δυσκολεύει ακόμα- να περάσει το πολιτικό μήνυμα και να κινητοποιήσει ανθρώπους για δράση. «Σε τι διαφέρετε εσείς από εκείνους που με τα ίδια περίπου λόγια που χρησιμοποιείτε και σεις μας καλούσαν να αγωνιστούμε διακινδυνεύοντας ότι έχουμε και δεν έχουμε»; Το πρώτο απαραίτητο αλλά όχι αρκετό βήμα είναι να διεξαχθεί και να εκλαϊκευθεί επειγόντως ένας διάλογος για την δεδομένη περίοδο εκ μέρους όσων αντιμνημονιακών  έπαιξαν ένα ρόλο ή νιώθουν ότι έχουν να προσφέρουν με σκέψεις ή πληροφορίες. Καρπός του πρέπει  να είναι ένας κριτικός απολογισμός, μετρημένος αλλά και ειλικρινής που υποδεικνύοντας με σαφή τρόπο τα σωστά και τα λάθη θα συμβάλλει στην σοβαρότητα και την πειστικότητα των προτάσεων για την απελευθέρωση της χώρας.        

Υπάρχει μια παλιά και όχι ευτυχής παράδοση. Αυτή που θέλει να είναι η αυτοκριτική είτε προσχηματική είτε ομολογία ενοχής κάποιου νικημένου πριν από την «εκκαθάρισή» του. Η αυτοκριτική από την οποία έχουν ανάγκη οι αντιμνημονιακές δυνάμεις πρέπει να είναι ακριβώς το αντίθετο: Πρέπει να ανοίγει τον δρόμο για την επικοινωνία με τον εαυτό και με τους άλλους, με την κάθαρση που απελευθερώνει την δράση.   Και για να το κάνει αυτό πρέπει ως στόχο να έχει όχι να χωρίζει αλλά να ενώνει. Η χώρα μας καταρρακώθηκε επανειλημμένα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι σήμερα από διχασμούς που μας έκαναν να χάσουμε από τα μάτια μας ποιος ήταν ο πραγματικός αντίπαλος και ποιος ο δρόμος για την ελευθερία και την αυτονομία. 

Τι χρειάζομαι για να αντισταθώ; Να ενώνω ή να χωρίζω; Τον διχασμό την διάλυση, τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε αδιέξοδα ανάπηρα εγώ, τον προωθούν ο ιμπεριαλισμός και ο νεοφιλελευθερισμός  σε όλες τις εκδοχές τους. Το πνεύμα του διχασμού το καλλιεργούν και το εκμεταλλεύονται οι σημερινοί εντολοδόχοι του στην Ελλάδα. Έργο δικό μας πρέπει να είναι να  αναπτύσσουμε  σκέψεις, χειρονομίες, δράσεις  εναντίον  του διχασμού που ενεδρεύει κατ΄αρχήν μέσα μας, εναντίον του διχασμού που έχει ριζώσει στις ψυχές πολλών ανθρώπων,  και εναντίον όσων σε όποια  παράταξη και αν ανήκουν, όποια συμφέροντα και αν εκφράζουν  τον εκμεταλλεύονται συστηματικά για να επιπλεύσουν. Αλλά πέρα από το να τον πολεμήσουμε όταν βρίσκεται απέναντί μας πρέπει να τον ξεπεράσουμε δίπλα μας, μέσα μας. Πρέπει να υπερβούμε τα σύνδρομα της καχυποψίας και της μνησικακίας, βαριά συμπτώματα του τραύματος της ήττας του 2015. Αυτό δεν χρειάζεται ούτε μόνον ούτε κυρίως διότι αγωνιούμε για το μέλλον της Αριστεράς, αλλά  γιατί αγωνιούμε για το παρόν της Ελλάδας που διαγράφει τουλάχιστον για 100 χρόνια και το μέλλον της, χωρίς την οποία ούτε Αριστερά δεν θα υπάρχει. 

Απόλυτη προτεραιότητα είναι να υπερασπίσουμε και να εμβαθύνουμε  την λαϊκή κυριαρχία, την δημοκρατία και την ελευθερία. Έννοιες που, με δεδομένα όσα μας έχουν στην εποχή μας αποκαλύψει η δημιουργία, η επιστήμη, ο πολιτικός στοχασμός,  έχουν πάρει ένα νέο βάθος, τέτοιο που το να το ορίσουμε με το υποδεκάμετρο είναι τουλάχιστον αφελές. Και είναι επίσης αφελές το να είμαστε βέβαιοι ότι εμείς θα αντέξουμε μέχρι τέλους στον αγώνα  ή και το ποιοι, πόσο και πώς θα σταθούν ενεργά κοντά μας. Αυτό δεν σημαίνει απαισιοδοξία. Το αντίθετο. Αν το πεδίο της ελευθερίας και της δημοκρατίας είναι τόσο ευρύ, τότε εξ ίσου πλατιά πρέπει να είναι και η τόλμη και η γενναιοφροσύνη μας, άλλο τόσο πρέπει να αυξήσει η σύνεση και η τόλμη μας  σε όλα τα πεδία. Γι αυτό και το κείμενο αυτό απευθύνεται σε όποιον κατανοεί ότι ο αγώνας για δημοκρατία ελευθερία, αξιοπρέπεια εθνική κυριαρχία την Ελλάδα είναι πρώτη προτεραιότητα.  Σε όποιον βιώνει την ανάγκη να μετάσχει ενεργά στον αγώνα αυτόν. Αν τολμήσουμε να πάρουμε αυτό τον δρόμο, τα βήματα μας θα γίνουν  ο δρόμος  αυτός.  

Caminando se abre el camino

Περπατώντας ανοίγει ο δρόμος

Machado   

Τι κάνουμε  σήμερα;

Τι κάνουν, τι κάνουμε σήμερα όλοι κι όλες εμείς που στηρίξαμε  με ανιδιοτέλεια στο πλαίσιο ενός απελευθερωτικού οράματος τον ΣΥΡΙΖΑ,  δίνοντας ένα τράτο σε πρόσωπα και πράγματα  που δεν μετρήσαμε με  μεζούρες, χωρίς να έχουμε  διαβάσει κριτικά το ανεφάρμοστο πρόγραμμά του, χωρίς να έχουμε λάβει υπ’ όψιν  ότι επειδή μύριζε εξουσία  τον είχαν περιβάλει ήδη άνθρωποι της  εξουσίας παντός καιρού;  Και τον στηρίξαμε   όχι  μόνο για να πάρει την εξουσία, σε μια ώρα άωρη όπως αποδείχθηκε  τοις πράγμασι, αλλά  ακόμα πιο πολυάριθμοι  για να την επιβεβαιώσει με εκείνο το ΟΧΙ, το ασαφές ως προς το τί, που μύριζε τακτικισμό, έναν τακτικισμό αποτυπωμένο στο βλέμμα αυτών που το πρότειναν,  αλλά που ακόμα κι έτσι πολεμήθηκε από παντού για να κερδίσει μεταξύ μας έναν σεβασμό ερήμην των προθέσεων αυτών που το είχαν εισηγηθεί;  Γιατί  ξέραμε ήδη  εκείνον  τον  δραματικό Ιούνιο του 2015 ότι οι διαφορές μεταξύ πρότασης Γιουνκέρ και Σύριζα δεν ήταν μεγάλες, ξέραμε ήδη δηλαδή  ότι, τύποις, η διαμάχη γινότανε για τον Φ.Π.Α. στα μακαρόνια, αφού ακόμα και  αυτά δεν είχαν αφήσει οι δανειστές στην ησυχία  της χαμηλής τιμή τους.

Το όχι της κατάφασης

Εκείνο το ΟΧΙ ωστόσο  που ακολούθησε ήταν  μεγάλο, ήταν το σωστό. Το είπαν άνθρωποι  με επίγνωση του κινδύνου. Ήταν ένα όχι που επιτέλους δεν ήταν  άρνηση, αλλά απόφαση  και κατάφαση για μια κοινή και δύσκολη προσπάθεια έξω από τις συνθήκες υποταγής, που είχαν φτιάξει γύρω μας και μέσα μας έναν ιστό ενοχής. Ακόμα και όταν η ενοχή αυτή δεν έλεγε -και δεν τολμά ακόμα να πει-  το όνομά της.

 

Η ενσωμάτωση της ενοχής

Η ενοχή αυτή  έχει  ενσωματωθεί  σε μεγάλο βαθμό σήμερα, παίρνοντας διάφορα προσωπεία.  Μεταμφιέζεται  α) Σε πραγματισμό: «τι θέλουν από εμάς; τα λεφτά τους [που τους χρωστάμε] θέλουν»  ή «πρέπει να πληρώσουμε  αφού  ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας, τρώγωντας τα λεφτά της ΕΕ τόσα χρόνια»  β) Σε κυνισμό:  «δεν υπάρχει τίποτα όρθιο, άρα εγώ πρέπει να την βγάλω όπως μπορέσω πατώντας και επί πτωμάτων»  ή  γ) σε αδιαφορία: «Τι να κάνει κανείς; Αφού τίποτα δεν γίνεται»,  αν δεν προβάλλεται  δ) Ως μίσος  ή απέχθεια  για την χώρα «τι περιμένεις; Ελλάδα είναι εδώ» ή  για διάφορες κατηγορίες  εργαζομένων,  με πρώτη στο στόχαστρο  τους δημοσίους  υπαλλήλους, αλλά και  σε κατηγόριες για αδιαφορία  στον διπλανό μας,  αυτόν τον υποκριτή, είδωλο της δικής μας αδυναμίας.  Στον διπλανό μας  που  «δεν κάνει τίποτα» γιατί έχει βρει καταφύγιο στον καναπέ  του (με τον όρο βέβαια να τον έχει ακόμα στο σπίτι του, να έχει ακόμα σπίτι!). «Μα γιατί κανείς δεν ξεσηκώνεται», ακούμε από χείλη ανθρώπων που επίσης δεν  έχουν ξεσηκωθεί. Ρίχνοντας το ανάθεμα  «τω αγνώστω ανθρώπω», που  τον τοποθετούμε απέναντι μας  για να μην τον δούμε μέσα μας, ξεχνάμε ότι δεν μας έχει επιτραπεί λόγω διαδοχικών αναστολών να κάνουμε το πένθος μας σαν άνθρωποι, να επιτρέψουμε την επώδυνη ρωγμή στην εικόνα μας,  να μην πέσουμε σε έναν στρουθοκαμηλισμό ή σε έναν  ψευδο- ορθολογισμό, προσωπείο μιας νεύρωσης,  που δεν δέχεται ότι υπάρχουν πράγματα  τα οποία  δεν εξηγούνται αποκλειστικά και μόνο με στερεότυπα που παριστάνουν τον ορθό λόγο.

 Μία κοινή παραδοχή για να συνεχίσουμε:

Παραδεχόμαστε ή όχι ότι αυτό που συνέβη στον τόπο μας είναι ριζικά παράλογο, είναι ριζικά κακόγουστο, είναι ριζικά ειδεχθές. Είναι δηλαδή συλλήβδην ή μάλλον σύριζα επιθετικό;

Παραδεχόμαστε ή όχι ότι  αυτό που συνέβη στον τόπο μας πληγώνει το σώμα μας, πληγώνει το σώμα του  λαού  μας, που με τα πάνω και τα κάτω του δεν παύει να αποτελείται από ανθρώπους  που τους είναι δύσκολο να ταυτιστούν με την νέα στερεοτυπική εικόνα του απατεώνα, του ψεύτη, του τεμπέλη;

Παραδεχόμαστε ή όχι  την διττή τάση των επικυρίαρχων και των ιθαγενών ακολούθων τους  απέναντι μας: από την μία ελεημοσύνη στην θέση της δίκαια αμειβόμενης εργασίας  ή  έστω κατά τα «ευρωπαϊκά» ειωθότα, «απασχόλησης»  που έχει ως αποτέλεσμα την ριζική  υποτίμηση των «επωφελουμένων»  ενός πινακίου από γεμιστά ανθρώπων από τους κυβερνώντες; Και από την άλλη  μία ρητορική «κανονικότητας», αφού η Ελλάδα, αν και τραυματισμένη, λαμβάνει μέρος σε όλες τις «μετρήσεις» τους, καταλαμβάνοντας  σταθερά τις κατώτερες θέσεις. Μοιάζει έτσι  να είμαστε οι «τελευταίοι των τελευταίων» σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση  «πρώτη των πρώτων». Σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο όλο και λιγότερο συμπαγή, δημοκρατική και δίκαιη, όπου οι εκφραστές της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες της ότι τα δεινά τους πηγάζουν από την υποτιθέμενη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, την οποία αυτοί οι ίδιοι εκφραστές καταστρέφουν και απομυζούν όλο και πιο ολοκληρωτικά. Υπηρετώντας την προσπάθεια αυτή συκοφάντησης μιας ευρωπαϊκής χώρας και χειραγώγησης των υπόλοιπων, μία ρητορική βασισμένη στην βάναυση συνθηματολογία γίνεται  όλο και πιο πολύ ο κοινός τόπος συμπεριφορών και πολιτικών.

Εθνική κυριαρχία, κοινωνική και πολιτισμική απελευθέρωση.

Η κυβέρνηση και τα Μέσα που την στηρίζουν επιμένουν ότι η Ελλάδα είναι μια κυρίαρχη χώρα. Ψεύδονται. Και αυτό επιβεβαιώνεται συνεχώς  από τις δηλώσεις και κυρίως τις πράξεις των επικυριάρχων, τις διάφορες μεταμορφώσεις της οικονομικής υποτέλειας καθώς και τον κορυφαίο φανερό ή/και κρυφό ρόλο ξένων ανθυπάτων σε όλους τους τομείς της οικονομικής πολιτικής, τις αποικιακού τύπου συμβάσεις με εταιρείες σαν την Fraport ή αυτή για το Ελληνικό και την σπασμωδικότητα στις κινήσεις της εξωτερικής πολιτικής (όπως συνέβη με την ξαφνική  αναζωπύρωση του «Μακεδονικού» και με την εσπευσμένη επίσκεψη Ερντογάν). Η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζεται νεοαποικία, ή αποικία χρέους. Και χρειάζεται επειγόντως την εθνική της κυριαρχία, που μαζί με την κοινωνική δικαιοσύνη και την πολιτισμική αντίσταση και δημιουργία συγκροτεί το τρίπτυχο των βασικών αιτημάτων όχι πια μόνο για την καλύτερη ζωή αλλά για την ίδια την επιβίωση του τόπου. Σε μια χώρα όπου όλες οι μείζονες αποφάσεις υπαγορεύονται στην κυβέρνηση άλλοτε φανερά και άλλοτε υπόγεια  από τους ξένους πολιτικούς θεσμούς, όπως η Ε.Ε  και τα παρακλάδια της,  και από τους ξένους και ντόπιους εντολοδόχους τους μέσα στην Ελλάδα, που σαν τον Γύγη του μύθου  αποφασίζουν εν κρυπτώ επικαλούμενοι  μια «διαφάνεια» που αφορά αποκλειστικά στους υπηκόους τους,  η κατάκτηση της εθνικής κυριαρχίας είναι οπωσδήποτε και θέμα ριζικής αλλαγής των πολιτικών και οικονομικών θεσμών. Αυτό είναι κάτι το εντελώς απαραίτητο αλλά όχι αρκετό. Μια επανάσταση στην εκπαίδευση και την επικοινωνία, στους κώδικες ηθικής συμπεριφοράς, στην τέχνη κλπ. είναι απολύτως απαραίτητη. Και αυτό διότι  η υποτέλεια στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο έχει βρει το αντίστοιχό της στην πνευματική υποτέλεια και στον πιθηκισμό, που δεν «μας κάνουν ευρωπαίους» όπως επαγγέλλονται όσοι προωθούν τέτοιες τάσεις, αλλά , αντιθέτως, μας απαγορεύουν να είμαστε πολίτες της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου. Δεν χρειάζεται να προστεθεί ότι η κατάκτηση της κυριαρχίας αυτής κάθε άλλο παρά σημαίνει τον πολιτικό, οικονομικό και πνευματικό απομονωτισμό. Αλλά για να κάνεις τα ζωογόνα ανοίγματα, τις μη ψυχαναγκαστικές, υπαγορευμένες από ένα έλλειμμα αυτοεκτίμησης πνευματικές και οικονομικές εισαγωγές και εξαγωγές, πρέπει πρώτα να υπάρχεις ενεργά ο ίδιος, να πιστεύεις στην αξία σου και στην προοπτική σου ώστε να αξιολογήσεις αντίστοιχα στοιχεία στον άλλο. Η έλλειψη αυτοεκτίμησης μαζί με το θάμπωμα από την εξουσία είναι ίσως ένα ακόμα κλειδί των άνευ προηγουμένου υποχωρήσεων και ασυνεπειών που σημάδεψαν την πορεία και των κυβερνώντων: Η «ωρίμανση» των πρώην «παιδιών» που είχαν τάξει στον λαό τον ουρανό με τ’ άστρα εκφράζεται με κάποιες δήθεν θλιμμένες και στην ουσία άκρως κυνικές δηλώσεις του τύπου «προσπαθήσαμε να υλοποιήσουμε αυτά που είχαμε υποσχεθεί αλλά ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο». Η απάντηση είναι πως αντιθέτως η υπεράσπιση της εθνικής, πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας ήταν δυνατή, αλλά το αίσθημα κατωτερότητας που εκφράστηκε ως κυνισμός και η ιδιοτέλεια αυτών στους οποίους πίστεψε ο λαός την υπονόμευσαν.    

Η κοινωνική/οικονομική απελευθέρωση.

Εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να υπάρξει σε μια διαλυμένη, κατεστραμμένη κοινωνία. Όσοι μιλούν για εθνική πολιτική αγνοώντας την υποδούλωση των Μνημονίων παραλογίζονται ή – το πιθανότερο- παραπλανούν από συμφέρον, αφού, προφανώς μια χώρα με διαλυμένη την οικονομία και την κοινωνία δεν μπορεί να είναι κυρίαρχη. Το κείμενο αυτό δεν έχει την πρόθεση και την ικανότητα να μπει σε ζητήματα οικονομικών θεσμών και μεγεθών. Υπάρχουν όμως μερικά καθοριστικά στοιχεία που οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι η Ελλάδα δεν μπήκε, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ  και τους εντολοδόχους τους στον εφιάλτη των μνημονίων για να σωθεί αλλά για να μετατραπεί σε νεοαποικία. Τα χρήματα που στερείται με όλο και πιο αδυσώπητο τρόπο ο Έλληνας πολίτης, και ο εθνικός πλούτος που όλο και πιο πολύ πέφτει στα χέρια των ξένων «επενδυτών»  δεν αξιοποιούνται για ανάκαμψη της οικονομίας. Όπως συνέβη και με το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας κατά την Επανάσταση του 21 τα χρήματα των δανείων επιστρέφουν πολλαπλασιασμένα στις τσέπες των δανειστών. Αλλά οι δανειστές δεν θέλουν απλώς τα χρήματα που –δεν- τους χρωστάμε γιατί τα δάνεια αυτά είναι πολλαπλά παράνομα. Αυτό που θέλουν είναι η απόλυτη κυριαρχία σε κάθε τομέα της ζωής της χώρας, η εκμηδένιση των πολιτών της, και ίσως η χρησιμοποίησή της ως πειραματόζωου για μια νέου τύπου κυριαρχία που επιφυλάσσουν και για άλλους λαούς. Το πράγμα αυτό σημαίνει ότι η άρνηση να πληρώσουμε τα χρέη, είναι βασικός όρος επιβίωσής μας. Η άρνηση αυτή  θα σημάνει  μια δύσκολη περίοδο για την χώρα. Το να συνεχίσουμε όμως να υποκύπτουμε σημαίνει τον θάνατο, με πραγματική και μεταφορική έννοια. Με αυτά τα δεδομένα η συζήτηση για το αν τα θέματα εθνικής κυριαρχίας προηγούνται στην Ελλάδα των κοινωνικών/οικονομικών ή αντιστρόφως είναι ματαιοπονία. Εθνικός και κοινωνικός/οικονομικός αγώνας στην Ελλάδα σήμερα είναι ένας και ο αυτός.

Πολιτισμική απελευθέρωση. Ο άνθρωπος στο κέντρο της ζωής.

Το ότι η κρίση που περνάμε είναι πολιτισμική κινδυνεύει, αν δεν το δούμε πιο συγκεκριμένα μέσα στην σημερινή κατάσταση της Ελλάδας, να παραμείνει ένα στερεότυπο ανάμεσα σε πολλά άλλα. Αποκτά μια μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτούμε ότι σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου αλλά πολύ έντονα στην Ελλάδα όλο το φάσμα του πολιτισμού διέρχεται δεινή κρίση και δέχεται άγρια επίθεση. Η οικογένεια, πυρήνας κοινωνικής αλληλεγγύης και αντίστασης, δεινοπαθεί. Πέρα από παρωχημένες αρτηριοσκληρώσεις και εξίσου καταπιεστικές και καταστροφικές καινοφανείς μόδες, καλούμαστε να στηρίξουμε τον πυρήνα της ζωής εφευρίσκοντας νέους δρόμους θετικής υπέρβασης του οιδιπόδειου και συνειδητοποίησης ότι το να είσαι γονέας ή παιδί δεν συνιστά  στατιστικό δεδομένο ή νομικό σχήμα αλλά στοίχημα και κατόρθωμα.  Η εκπαίδευση σε όλες της τις βαθμίδες παραπαίει μεταξύ παρακμής και εξαγρίωσης. Τα τηλεοπτικά και ιντερνετικά σκουπίδια, και φυσικά η υποτίμηση και η υποκρισία των εξουσιαστών, υποσκάπτουν όλο και πιο πολύ την ρίζα του πολιτισμού που είναι η σχέση δασκάλου/ μαθητή και το μάθημα που πρέπει να είναι όχι σύμβαση αλλά τελετουργία και performance. H επικοινωνία, έντυπη και ηλεκτρονική, λειτουργεί συχνά ως εργαλείο αποπροσανατολισμού και χειραγώγησης. Οι θετικές εναλλακτικές νησίδες που επιμένουν και κάποτε φέρνουν πολύ θετικά αποτελέσματα στο διαδίκτυο και όχι μόνον δείχνουν τον δρόμο. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τις πολιτισμικές εκείνες δημιουργίες που τολμούν να αγγίξουν  ζητήματα εκτός μιας  επιβαλλόμενης  «ορθότητας», με στοιχεία πρόκλησης, αποδόμησης, δήθεν «εκτός συστήματος» .Υπάρχει ανάγκη να ευρεθούν νέοι τρόποι, νέα γλώσσα ώστε από καινοτόμους δρόμους που μένουν ζητούμενοι να επιστρέψει ο άνθρωπος στο κέντρο της ζωής. Με επίγνωση του διασπαραγμού του που μπορεί να μεταμορφώσει την σκέψη και την πράξη του.

Οι φίλοι

«Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο ελληνικός λαός»; Ερώτημα που κάνουν διάφοροι ανάμεσα στους οποίους με κάποια έκπληξη βρίσκει κανείς και εκπροσώπους ή οπαδούς της σημερινής κυβέρνησης, οπότε το ερώτημα αυτό- που καταντά έτσι απλώς ρητορικό- φέρνει «μοιραία» ένα ακόμη: «Ε, αφού ο λαός δεν κινείται, πώς θέλετε και εμείς, χωρίς τις κινητοποιήσεις του, να αντισταθούμε στους δανειστές»;  Το ερώτημα απευθύνεται και από ξένους φίλους, με ή χωρίς εισαγωγικά, της Ελλάδας. Πρόσφατα ο κύριος Μακρόν συνεχάρη έκθαμβος τον έλληνα πρωθυπουργό. Στην Γαλλία, του είπε, με τέτοια μέτρα ο λαός θα είχε ξεσηκωθεί να με ανατρέψει. Ωστόσο και κάποιοι άλλοι ξένοι φίλοι, πραγματικοί αυτοί αλλά μάλλον απόμακροι, διερωτώνται επίσης: Μα γιατί δεν ξεσηκώνεται η Ελλάδα; Το ερώτημα αυτών των τελευταίων τίθεται βεβαίως με λιγότερη επιμονή σε σχέση με την εποχή που πίστευαν ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν η πρωτοπορία για ένα πανευρωπαϊκό κίνημα αντίστασης στην νεοφιλελεύθερη λιτότητα. Σήμερα, η εποχή κατά την οποία δημιουργήθηκε στην Ιταλία το «ψηφοδέλτιο Τσίπρα» μοιάζει να ανήκει στην προϊστορία. Αλλά η ευθύνη για την υποχώρηση – ή την υποτροπή- αυτή δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κάποια έλλειψη ταξικής συνείδησης, επαναστατικότητας κλπ. του ελληνικού  λαού.  

Οι ευθύνες του  Σύριζα  είναι εδώ καθοριστικές. Διέψευσε τις προσδοκίες  όλων αυτών, ευρωπαίων και μη, που  διέκριναν στις επαγγελίες του ένα άλλο μονοπάτι μέσα στους αυτοκινητοδρόμους ταχείας κυκλοφορίας της ΕΕ. Μιαν  άλλη  πορεία  στην οποία εκείνος  καλούνταν να γίνει ο πλοηγός. Και σε κάθε πορεία προσωπική είτε συλλογική, όταν κάποιος στοχεύσει ψηλά και αποτύχει- και μάλιστα αμαχητί- η πτώση του εύκολα μπορεί να τον οδηγήσει σε μια κατάσταση κατώτερη και από το αρχικό σημείο εκκίνησης της προδομένης προσπάθειας.  Σήμερα οι προσδοκίες εκείνες έχουν βέβαια σε μεγάλο βαθμό απωθηθεί και γυρίσει σε απογοήτευση.  Όμως  υπάρχουν και κάποιοι που ακόμα επιμένουν.

Αυτούς  θα μπορούσαμε να καλέσουμε σήμερα σε μια κοινή πορεία αλληλοσεβασμού, αλληλεγγύης και ανυπακοής με στόχο την απελευθέρωση του τόπου. Με σεβασμό σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά, σαν άτομα και σαν συλλογικότητες  δεν αφήνουμε κανέναν  να επωμιστεί μόνος του το φορτίο, κανέναν να μπει μόνος του μπροστά, για να τον λοιδορήσουν σαν τρελό ή σαν ανώριμο όπως κάνουν πάντα κάποιοι  όταν νιώθουν ότι το σύστημα που  συνεχώς  οχυρώνουν πάνω στις ψυχές και τα σώματα μας  κινδυνεύει από μία ρωγμή, έναν ψίθυρο, μια ανάσα, μια λέξη. Μοιάζει να έχει φτάσει η ώρα μιας συνύπαρξης  σε νέου τύπου, ελληνικές και διεθνείς  πνευματικές, πολιτισμικές και πολιτικές ταξιαρχίες,  ακολουθώντας  την παράδοση  του πατριωτισμού και του διεθνισμού αυτών  που παλαιότερα πάλεψαν τον φασισμό στην χώρα μας και στην Ευρώπη.

Ο πόλεμος.

Βρισκόμαστε μπροστά στον πόλεμο. Εμείς, ο κόσμος, η περιοχή μας, η Ελλάδα. Ξεκαθαρίζω αμέσως ότι το μπροστά στον πόλεμο, λέγεται εδώ με την ελπίδα και την πρόθεση να μην επιτρέψουμε στους πολέμους που συνεχώς ερημώνουν τον κόσμο να γενικευτούν και να μας συμπαρασύρουν. Ο πόλεμος ή πιο σωστά οι αλλεπάλληλοι πόλεμοι του 21ου αιώνα δεν είναι δυστυχώς εξαιρέσεις, σε μια γενική συνθήκη παγκόσμιας «ομαλότητας», εγγυημένης από τους διεθνείς θεσμούς και την σοφία των ηγετών του πλανήτη. Είναι μια ενδημική κατάσταση σύμφυτη με την εικονική ομαλότητα που προβάλλουν οι ιμπεριαλισμοί για να κρύψουν ότι η πραγματική – δίπλα στην συμβολική- βία είναι το βασικό εργαλείο επιβολής των συμφερόντων τους. Τα όσα ζήσαμε και ζούμε πολύ κοντά μας, τα όσα ζούμε πια με κίνδυνο να ζήσουμε ακόμα χειρότερα στα σύνορά μας, συνθλίβουν κράτη και κοινωνίες και δημιουργώντας ένα ντόμινο βίας στέλνουν προς την Ευρώπη και κυρίως προς την χώρα μας συνεχώς διογκούμενα πλήθη ξεριζωμένων και απελπισμένων ανθρώπων. 

Για να μην οδηγηθούμε  σε έναν ακόμα ολέθριο πόλεμο. Να μην φτάσουμε  σαν τον Φάουστ μετά από μια πορεία  γνώσης και επίγνωσης  να  υποταχθούμε ακόμη περισσότερο σε ένα άνομο συμβόλαιο ατομικής ευτυχίας, σε μία καταδικασμένη εκ των προτέρων απόπειρα μόνοι εμείς να σωθούμε.  Είναι η  ώρα να αγωνιστούμε μαζί  με τους φίλους μας όπου γης για μια άλλη  δίκαιη κοινωνία, μακριά από επαναλαμβανόμενες  πεισιθάνατες ή μάλλον νεκρόφιλες  πολιτικές, κρατικές και ατομικές, πληρώνοντας  το κόστος που μας αναλογεί.

Η Ελλάδα έχει γενικό αλλά και ιδιαίτερο συγκεκριμένο συμφέρον να σωθεί η ειρήνη στην περιοχή μας και στον κόσμο. Τα κύματα των απελπισμένων προσφύγων που όταν δεν καταλήγουν στον βυθό της Μεσογείου κατακλύζουν την Ευρώπη και ιδιαίτερα τη χώρα μας δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν μόνον με τα αναγκαία αλλά εντελώς ανεπαρκή ανθρωπιστικά μέτρα που με δυσκολία και δυστοκία προσπαθεί να εφαρμόσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πρόβλημα της νέας αυτής μεγάλης μετανάστευσης των  λαών, προοπτικά πιο δραματικής από αυτή που άλλαξε τον χάρτη της Ευρώπης τον 4ο αιώνα μ. Χ., θα αντιμετωπισθεί μόνον όταν η αιτία που την γεννά, δηλαδή οι πόλεμοι της ευρύτερης περιοχής μας, σταματήσουν. Η Ελλάδα, χώρα όπου γεννήθηκε η έννοια της εκεχειρίας, πρέπει να κάνει την έννοια αυτή, εργαλείο διεθνούς δράσης. Η φιλία ανάμεσα στους λαούς υποσκάπτεται, δηλητηριάζεται από την μισαλλοδοξία μιας εξουσίας, που όλο και πιο πολύ δεν έχει πατρίδα. Γι αυτό καταστρέφει με πολλούς τρόπους τις πατρίδες  των ανθρώπων.         

Οι  γείτονες.

Στα ανατολικά σύνορα της χώρας οι γείτονες, σύμμαχοι ή όπως αλλιώς αποκαλούνται,  είναι αποφασισμένοι, όπως δηλώνουν, να ξαναφτιάξουν κατά το δικό τους δοκούν τους χάρτες της περιοχής  μας. Η τουρκική κυβέρνηση αλλά και αυτό που εμφανίζεται ως το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου της χώρας αυτής επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους την απόφαση της «να (ξανα) γίνει μεγάλη» χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν  τις ζωές που θα δώσει και θα πάρει. Δηλώσεις και πράξεις της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης καθιστούν σε σημαντικό βαθμό  θεωρητική την συζήτηση περί ισχύος ή αναθεώρησης της συνθήκης της Λωζάννης: Με την εισβολή στο Αφρίν και αλλού  η συνθήκη της Λωζάννης αμφισβητείται ήδη εμπράκτως. Ήδη μια σειρά γεγονότων δηλώνουν ότι αν όχι ακόμα ο πόλεμος, η έμπρακτη «μετά παραδειγμάτων» απειλή πολέμου είναι ένα πρόγραμμα που ήδη εφαρμόζουν επίμονα οι γείτονες.  Το κείμενο αυτό δεν μπορεί να εκτιμήσει αν αυτό που μας περιμένει είναι η συνέχιση του προγράμματος αυτού, ώστε η χώρα μας να ικανοποιήσει τις τουρκικές απαιτήσεις αμαχητί είτε ένα ή περισσότερα «θερμά επεισόδια» ή ακόμα ένας γενικευμένος πόλεμος. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι ότι η ρητορική του μίσους, της βίας, του πολέμου γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη και κυρίαρχη στην Τουρκία:  Οι πύρινες προεκλογικές  και μη, δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας που υμνούν τις αγριότητες που έγιναν κατ’ επανάληψη εις βάρος  των τεθνεώτων Ελλήνων και  καλούν  σε αντίστοιχου τύπου συμπεριφορά στους ζώντες, συνδέονται οπωσδήποτε και με οικονομικές βλέψεις.  Γίνονται με φόντο τα νέα δεδομένα στην περιοχή σχετικά με τον υποθαλάσσιο πλούτο και τους νέους αγωγούς. Όπως έχει δείξει η ιστορία  όμως, οι οικονομικοί λόγοι δεν  είναι ποτέ μόνο οικονομικοί. Ο κατ’ επίφαση πολιτισμός  κι η χαλκευμένη μνήμη  χρησιμοποιούνται  συστηματικά για να οπλίζουν  λόγους και  συμπεριφορές. Αλλεπάλληλες  εμπειρίες της ανθρωπότητας βεβαιώνουν ότι η βία των λέξεων μπορεί να προετοιμάζει την βία των όπλων, όταν αυτός που χειρίζεται και τα δύο δεν υπολογίζει ότι θα βρει αντίσταση. Και επιπλέον η διέγερση των φονικών και σαδιστικών αισθημάτων των μαζών μπορεί να γεννήσει ανεξέλεγκτες αντιδράσεις που να υπερβούν ακόμα και τα συμφέροντα και τις προθέσεις αυτών που την χρησιμοποιούν. Με αυτά τα δεδομένα το ευρύτερο σύνθημα «κάτω ο πόλεμος» παίρνει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Πριν η χώρα μας οδηγηθεί να καταφύγει στην στρατιωτική αποτροπή, θα πρέπει να γίνουν όλες οι προσπάθειες ώστε η αποτροπή αυτή να μη χρειαστεί.  Πολλά από αυτά που πρέπει να γίνουν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης που χειρίζεται τα θέματα της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής. Το θέμα όμως αφορά και ολόκληρη την κοινωνία, τον κάθε πολίτη και κυρίως αυτούς που νοιάζονται για  την ελευθερία και την δημοκρατία. Μια σειρά από προσπάθειες καθίστανται για μας απαραίτητες και πρέπει να προωθηθούν με κάθε μέσο.

Κανένας αγώνας , ειρηνικός ή μη, δεν κερδίζεται όταν το φρόνημα του λαού είναι καταπτοημένο και η παρρησία, η αλληλεγγύη, η αγάπη για τον τόπο υποσκάπτονται. Η πειστική ανάδειξη θετικών προτάσεων για την χώρα, η ανάκτηση της προοπτικής και της ελπίδας  είναι η πρώτη γραμμή αμύνης.

Το βαθύτατο τραύμα που επέφεραν τα εγκλήματα της Χούντας στον πατριωτισμό του λαού πρέπει να ξεπεραστεί. Οι έλληνες στρατιωτικοί που είναι η εγγύηση για την διατήρηση της ειρήνης και που αν χρειαστεί θα σηκώσουν το βάρος της άμυνας της χώρας- και που ήδη βιώνουν μια αφόρητη πίεση, πρέπει να νιώσουν ότι η κοινωνία είναι κοντά τους.

Η ελληνική κοινωνία πρέπει να πεισθεί και να πείσει τους άλλους ότι η τουρκική επιθετικότητα είναι όχι μόνον ελληνικό αλλά και διεθνές πρόβλημα. Πρέπει να ευαισθητοποιήσουμε τις κοινωνίες της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου σχετικά με το ότι η χρήση μιας ακραίας ρητορικής του μίσους και η βίαιη και ένοπλη περιφρόνηση των συνόρων από την Τουρκία και όχι μόνον συνιστά για όλους απειλή που με δεδομένες τις τρομακτικές δυνατότητες της σύγχρονης πολεμικής τεχνολογίας μπορεί να πάρει γενικότερες εφιαλτικές διαστάσεις.      

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεταξύ των Τούρκων πολιτών που ζουν στην χώρα τους και στην διασπορά υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θέλουν την ειρήνη και την συνεργασία των λαών μας. Ο στρατιωτικός νόμος και οι άλλες συνθήκες που βιώνει η γειτονική χώρα δεν διευκολύνουν κοινές δηλώσεις και δράσεις. Ωστόσο, πρέπει να επιμείνουμε να βρούμε όλους αυτούς που θα μπορέσουν να μιλήσουν και να δράσουν μαζί μας για να υποστηρίξουμε την ειρήνη στις δύο χώρες μας. 

Από την ανυπομονησία στην αμηχανία και στην απόφαση.

Προερχόμαστε από μια ήττα. Την προδοσία των λαϊκών προσδοκιών από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και το τραύμα της ήττας ευνοεί τον ευνουχισμό, την καχυποψία, την μνησικακία και δυσκολεύει την συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, προϋποθέσεις οποιουδήποτε αγώνα. Στην πρώτη εποχή των Μνημονίων κυριάρχησε σε όσους τότε αντιπαρατάχθηκαν η υπεραισιοδοξία και η ανυπομονησία. Η υπερβολική αισιοδοξία μας έκανε, πολιτικά στελέχη και κοινωνία,  να υπερεκτιμήσουμε τις εσωτερικές μας δυνατότητες και τις όποιες εξωτερικές συμμαχίες, που ωστόσο κάθε άλλο παρά ήταν όλες ανεδαφικές. Και ακόμη μας απαγόρευσε να σκεφτούμε ψύχραιμα το αν τα συνθήματα του λόγου του Τσίπρα στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από εκλογικά πυροτεχνήματα. Η ανυπομονησία, ώθησε τον Σύριζα να σπεύσει να διεκδικήσει, μάλλον χωρίς προετοιμασία, την κυβερνητική εξουσία και να πετύχει να την καταλάβει και τον λαό να τον στηρίξει στην προσπάθεια αυτή. Τα αισθήματα αυτά δεν έσβησαν στην πρώτη φάση της διακυβέρνησης έστω και αν γρήγορα έγινε  σαφές ότι οι εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης θα έμεναν εν πολλοίς λόγια. Μετά όμως την παλινωδία του 2015 τα διαδέχθηκε για ένα υπολογίσιμο μέρος του κόσμου ένα μίγμα απογοήτευσης και φαινομενικής τουλάχιστον αδιαφορίας ή και κυνικού «πραγματισμού». Όσο γι αυτούς που δεν έπαψαν να αντιστέκονται, μέσα σε αναμφίβολα δύσκολες συνθήκες η αμηχανία ήταν το νέο αίσθημα που βάρυνε σε σημαντικό βαθμό. Όχι άδικα. Και αυτό ο ευαισθητοποιημένος έστω πολίτης, εργαζόμενος, σπουδαστής ή οτιδήποτε άλλο ανέπτυξε ένα σκεπτικισμό και δυσπιστία που δυσκόλευε – και δυσκολεύει ακόμα- να περάσει το πολιτικό μήνυμα και να κινητοποιήσει ανθρώπους για δράση. «Σε τι διαφέρετε εσείς από εκείνους που με τα ίδια περίπου λόγια που χρησιμοποιείτε και σεις μας καλούσαν να αγωνιστούμε διακινδυνεύοντας ότι έχουμε και δεν έχουμε»; Το πρώτο απαραίτητο αλλά όχι αρκετό βήμα είναι να διεξαχθεί και να εκλαϊκευθεί επειγόντως ένας διάλογος για την δεδομένη περίοδο εκ μέρους όσων αντιμνημονιακών  έπαιξαν ένα ρόλο ή νιώθουν ότι έχουν να προσφέρουν με σκέψεις ή πληροφορίες. Καρπός του πρέπει  να είναι ένας κριτικός απολογισμός, μετρημένος αλλά και ειλικρινής που υποδεικνύοντας με σαφή τρόπο τα σωστά και τα λάθη θα συμβάλλει στην σοβαρότητα και την πειστικότητα των προτάσεων για την απελευθέρωση της χώρας.        

Υπάρχει μια παλιά και όχι ευτυχής παράδοση. Αυτή που θέλει να είναι η αυτοκριτική είτε προσχηματική είτε ομολογία ενοχής κάποιου νικημένου πριν από την «εκκαθάρισή» του. Η αυτοκριτική από την οποία έχουν ανάγκη οι αντιμνημονιακές δυνάμεις πρέπει να είναι ακριβώς το αντίθετο: Πρέπει να ανοίγει τον δρόμο για την επικοινωνία με τον εαυτό και με τους άλλους, με την κάθαρση που απελευθερώνει την δράση.   Και για να το κάνει αυτό πρέπει ως στόχο να έχει όχι να χωρίζει αλλά να ενώνει. Η χώρα μας καταρρακώθηκε επανειλημμένα από την εποχή της Επανάστασης μέχρι σήμερα από διχασμούς που μας έκαναν να χάσουμε από τα μάτια μας ποιος ήταν ο πραγματικός αντίπαλος και ποιος ο δρόμος για την ελευθερία και την αυτονομία. 

Τι χρειάζομαι για να αντισταθώ; Να ενώνω ή να χωρίζω; Τον διχασμό την διάλυση, τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε αδιέξοδα ανάπηρα εγώ, τον προωθούν ο ιμπεριαλισμός και ο νεοφιλελευθερισμός  σε όλες τις εκδοχές τους. Το πνεύμα του διχασμού το καλλιεργούν και το εκμεταλλεύονται οι σημερινοί εντολοδόχοι του στην Ελλάδα. Έργο δικό μας πρέπει να είναι να  αναπτύσσουμε  σκέψεις, χειρονομίες, δράσεις  εναντίον  του διχασμού που ενεδρεύει κατ΄αρχήν μέσα μας, εναντίον του διχασμού που έχει ριζώσει στις ψυχές πολλών ανθρώπων,  και εναντίον όσων σε όποια  παράταξη και αν ανήκουν, όποια συμφέροντα και αν εκφράζουν  τον εκμεταλλεύονται συστηματικά για να επιπλεύσουν. Αλλά πέρα από το να τον πολεμήσουμε όταν βρίσκεται απέναντί μας πρέπει να τον ξεπεράσουμε δίπλα μας, μέσα μας. Πρέπει να υπερβούμε τα σύνδρομα της καχυποψίας και της μνησικακίας, βαριά συμπτώματα του τραύματος της ήττας του 2015. Αυτό δεν χρειάζεται ούτε μόνον ούτε κυρίως διότι αγωνιούμε για το μέλλον της Αριστεράς, αλλά  γιατί αγωνιούμε για το παρόν της Ελλάδας που διαγράφει τουλάχιστον για 100 χρόνια και το μέλλον της, χωρίς την οποία ούτε Αριστερά δεν θα υπάρχει. 

Απόλυτη προτεραιότητα είναι να υπερασπίσουμε και να εμβαθύνουμε  την λαϊκή κυριαρχία, την δημοκρατία και την ελευθερία. Έννοιες που, με δεδομένα όσα μας έχουν στην εποχή μας αποκαλύψει η δημιουργία, η επιστήμη, ο πολιτικός στοχασμός,  έχουν πάρει ένα νέο βάθος, τέτοιο που το να το ορίσουμε με το υποδεκάμετρο είναι τουλάχιστον αφελές. Και είναι επίσης αφελές το να είμαστε βέβαιοι ότι εμείς θα αντέξουμε μέχρι τέλους στον αγώνα  ή και το ποιοι, πόσο και πώς θα σταθούν ενεργά κοντά μας. Αυτό δεν σημαίνει απαισιοδοξία. Το αντίθετο. Αν το πεδίο της ελευθερίας και της δημοκρατίας είναι τόσο ευρύ, τότε εξ ίσου πλατιά πρέπει να είναι και η τόλμη και η γενναιοφροσύνη μας, άλλο τόσο πρέπει να αυξήσει η σύνεση και η τόλμη μας  σε όλα τα πεδία. Γι αυτό και το κείμενο αυτό απευθύνεται σε όποιον κατανοεί ότι ο αγώνας για δημοκρατία ελευθερία, αξιοπρέπεια εθνική κυριαρχία την Ελλάδα είναι πρώτη προτεραιότητα.  Σε όποιον βιώνει την ανάγκη να μετάσχει ενεργά στον αγώνα αυτόν. Αν τολμήσουμε να πάρουμε αυτό τον δρόμο, τα βήματα μας θα γίνουν  ο δρόμος  αυτός.