Εθνικά Ζητήματα

O αντισυστημικός πολιτικός λόγος σε αδιέξοδο

Του Γιάννη Ραχιώτη

 Πρόσφατα τα δύο πολιτικά σχήματα που κατά τη γνώμη μας δεν ανήκουν στο πολιτικό κατεστημένο, η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δημοσίευσαν πολιτικά κείμενα.

Η ΛΑΕ δημοσίευσε «πολιτική διακήρυξη» και οι βασικές της συνιστώσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, δημοσίευσαν επίσης κείμενα πολιτικών κατευθύνσεων.

Το ΝΑΡ τιτλοφόρησε το δικό του Συμβολή στην Τρίτη Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το ΣΕΚ Πολιτική Απόφαση της συνδιάσκεψής του.

Πριν από οποιαδήποτε κριτική, θέλουμε να υπογραμμίσουμε την εκτίμησή μας για τα στελέχη και των δύο χώρων. Πρόκειται για ανθρώπους αποδεδειγμένα ανιδιοτελείς, που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση στο κατεστημένο, καίτοι αρκετοί, ιδίως της ΛΑΕ, είχαν τις ευκαιρίες. Τα στελέχη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με μεγάλο προσωπικό κόστος, συμμετέχουν επί δεκαετίες τώρα κυριολεκτικά σε κάθε λαϊκή κινητοποίηση.

Όμως ο πολιτικός λόγος που παράγουν, ακόμη και αν συμφωνεί κάποιος σε όλα τα επιμέρους σημεία του, είναι απογοητευτικός.

Κατ’ αρχήν εντυπωσιάζει η αδυναμία τους να εκφραστούν με ένα συνοπτικό – περιεκτικό τρόπο. Η ΛΑΕ χρειάστηκε οκτώ πυκνογραμμένες σελίδες για να διατυπώσει(;) το πολιτικό στίγμα της, το ΝΑΡ επτά, το ΣΕΚ… μόλις τρεις, γιατί περιορίστηκε σε σχολιασμό των τρεχουσών εξελίξεων στο γνωστό υπεραισιόδοξο κλίμα (από τη μια όλοι οι αντίπαλοι είναι σε κρίση, από την άλλη βαθαίνει η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών παγκοσμίως).

Εντυπωσιάζει, επίσης, η απόλυτη αδυναμία συνθετικής σκέψης: Και τα τρία κείμενα δεν καταφέρνουν να προσδιορίσουν το -κατά την κρίση των συντακτών τους- κεντρικό πολιτικό ζήτημα της εποχής. Αρκούνται σε εν σειρά παραθέσεις πληθώρας εκτιμήσεων και ποικίλων στόχων. Με τις περισσότερες εκτιμήσεις, αν τις διαβάσει κάποιος, δεν θα διαφωνήσει, αλλά και δεν θα μπορέσει να διακρίνει τι θεωρούν ως το κεντρικό ζήτημα προς επίλυση. Οι διάφοροι στόχοι αιωρούνται μεταξύ απροσδιόριστων χρονικών σημείων του εγγύς, του απώτερου και του απροσδιόριστου μέλλοντος.

Τρίτον, είναι φανερή η έλλειψη αγωνίας η αδιαφορία -εν τέλει- για μια ρεαλιστική πρόταση για το μέλλον της χώρας και των εργαζομένων στρωμάτων που ζουν εδώ. Στις αναζητήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται να προέχει η προσπάθεια οριοθέτησης κάθε επιμέρους συνιστώσας από τους όμορους χώρους. Στο κείμενο της ΛΑΕ παρατίθεται μια τεράστια λίστα «δεσμεύσεων» εν είδει κυβερνητικού προγράμματος συνδυασμένη με «αιτήματα». Εμφανής είναι η προσπάθεια οι «δεσμεύσεις» και τα «αιτήματα» να είναι ελκυστικά για το ευρύτερο δυνατό ακροατήριο, ενώ τίθενται «διακριτικά» τα θέματα που φοβίζουν και μπορεί να εμποδίσουν την πολυσυλλεκτικότητα.

Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε την παράθεση παρατηρήσεων και την αναζήτηση αντιφάσεων. Οι συντάκτες τους ξέρουν ότι δεν πρόκειται να διαβαστούν από αυτούς στους οποίους υποτίθεται ότι απευθύνονται. Το ξέρουν από προηγούμενα ανάλογα που έχουν εκδώσει οι ίδιοι. Δεν φταίει η έλλειψη προβολής τους από τα μεγάλα ΜΜΕ. Τώρα πια όλα βρίσκονται στο Διαδίκτυο. Απλώς δεν προκαλούν ενδιαφέρον. Δυστυχώς προορίζονται να χρησιμοποιηθούν μόνο ως αναφορά σε εσωκομματικές διαδικασίες και αυτό όχι για πολύ καιρό.

Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι απλές και σαφείς θέσεις για τη διέξοδο από την κρίση, προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Θέσεις που να αντέχουν στην κριτική και να πείθουν ότι συνιστούν λύση, όχι υπεκφυγές. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε οποιαδήποτε ρεαλιστική πρόταση διεξόδου από την κρίση σε φιλολαϊκή κατεύθυνση χωρίς ανάκτηση της κρατικής κυριαρχίας και της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Αυτό πρέπει να γίνει το κεντρικό σημείο του αντισυστημικού πολιτικού λόγου. Σε απλά ελληνικά σημαίνει αποχώρηση από τις δυτικές ολοκληρώσεις, οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές. Η ανεξαρτησία της χώρας δεν μπορεί να είναι κάποιο από τα ποικίλα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει μια προοδευτική κυβέρνηση. Είναι το σημείο εκκίνησης. Χωρίς ανάκτηση της δυνατότητας λήψης αποφάσεων, διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων, διαχείρισης του εθνικού μας πλούτου και των παραγωγικών μας δυνατοτήτων, οποιαδήποτε υπόσχεση για φιλολαϊκά μέτρα, άλλη πορεία κ.λπ. είναι απλώς πολιτική απάτη.

To πολιτικό κατεστημένο απορρίπτει αυτήν τη θέση. Η δεξιά του πτέρυγα γιατί αντιστρατεύεται το «ανήκομεν εις την Δύσιν», η αριστερή γιατί αντιστρατεύεται τον «Ευρωπαϊσμό». Σε κάποιους στην Αριστερά φαντάζει εθνικιστική και σε άλλους σαν παραίτηση από την ταξική πάλη. Δεν πρόκειται για σύμπτωση στόχων με την αστική τάξη. Η ελληνική αστική τάξη, στο σύνολό της, ήταν και είναι υπέρ της διατήρησης της χώρας ως μαριονέτας του δυτικού συστήματος. Αποσκοπούσε και συνεχίζει να αποσκοπεί στα περιθώρια κερδοσκοπίας που αφήνει η ληστεία της χώρας από τις δυτικές δυνάμεις. Παρόμοια συμπεριφέρθηκαν και εξακολουθούν να συμπεριφέρονται και οι αστικές τάξεις σε όλες τις εξαρτημένες-περιθωριοποιημένες χώρες. Μόνο τα λαϊκά στρώματα έχουν συμφέρον από μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα. Όσον αφορά την ταξική πάλη, μπορεί να υπάρξει πεδίο ταξικής σύγκρουσης έξω από συγκεκριμένο έδαφος και συγκροτημένη κοινωνική δομή; Η ταξική πάλη δεν διεξάγεται σε απροσδιόριστους τόπους ούτε σε διαλυμένες οικονομίες όπου όλοι σκέφτονται τη μετανάστευση. Έχει έννοια μόνο σε υπαρκτές, κυρίαρχες κρατικές υποστάσεις.

Αν κάποιοι πιστεύουν ότι αλλού βρίσκεται η λύση για τη μακρόχρονη κακοδαιμονία μας, ας το θέσουν καθαρά, χωρίς υπεκφυγές για δημοψηφίσματα κ.λπ. Το μόνο που δεν μας χρειάζεται είναι η υπεράσπιση της «ασφάλειας» της υποτέλειας απέναντι στους κινδύνους της ανεξαρτησίας.

Αυτονόητο είναι ότι μια πολιτική που θα θέσει ως κεντρικό ζήτημα την αποχώρηση από τις δυτικές ολοκληρώσεις για την ανάκτηση της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της χώρας, απαιτεί τον κατάλληλο φορέα υλοποίησης, δηλαδή ένα μέτωπο οργανώσεων και προσώπων που θα ταυτίζονται στην προτεραιότητα αυτού του στόχου, άσχετα αν πιστεύουν ότι στη συνέχεια πρέπει λ.χ. πρώτα να γίνει τροποποίηση του Συντάγματος και μετά να εθνικοποιηθούν οι τράπεζες ή αντιστρόφως. Και, τέλος, πρέπει να προταθεί στην ελληνική κοινωνία μια ομάδα ανθρώπων που να πείθει ότι μπορεί να κάνει τη δουλειά. Η συντήρηση στον αντισυστημικό χώρο ηγετικών ομάδων για χρόνο ανάλογο με αυτόν που άλλοι βασιλεύουν, ούτε μας τιμά ούτε είναι αποτελεσματική. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι είναι πάντα ο κατάλληλος για οποιαδήποτε πολιτικό σχέδιο και για οποιαδήποτε συγκυρία.