ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΑ

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΑ

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΑΞΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΕΘΝΙΚΑ  ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Του Λουκά Αξελού

Ασφαλώς η εξέλιξη τείνει προς τον διεθνισμό,
το σημείο όμως αφετηρίας είναι
«εθνικό» και από αυτό το σημείο αφετηρίας
πρέπει ακριβώς να ξεκινήσουμε
     Αντόνιο Γκράμσι

Η ανάγκη ύπαρξης αφετηριακού πλαισίου αναφοράς
Η έναρξη προσυνεδριακού διαλόγου και δη για το Ιδρυτικό Συνέδριο ενός πληθωρικά πολυτασικού σχήματος όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, γεννά εξ αντικειμένου πλήθος ζητημάτων που υπό μιαν ορισμένη έννοια «μηδενίζουν το κοντέρ» των δεδομένων, οδηγώντας τον διάλογο σε μιαν «αναγκαστική αφετηριακότητα» στον βαθμό που η κάθε πλευρά προσπαθεί με συνεκτικούς όρους να στοιχειοθετήσει την όποια οπτική της.
Ως εδώ θα έλεγε κανείς ότι αυτό είναι μια « λογική διαδικασία», στον βαθμό όμως που η όποια οπτική ακολουθεί ορισμένους σταθερούς α priori κανόνες που ισχύουν όχι επιλεκτικά αλλά contra omnes (έτσι λ.χ. μια εισβολή και κατοχή είναι παντού  εισβολή και κατοχή, ένας παράνομος εποικισμός ως αποτέλεσμά της είναι σε κάθε περίπτωση διαχρονικό έγκλημα κλπ., κλπ.).
Αυτονόητες και ίσως περιττές διαπιστώσεις θα πει κανείς. Ίσως να έχει δίκιο αρκεί να είναι σε θέση να μας αποδείξει την κοινή και ενιαία πρόσληψη του αυτονόητου. Μέχρι τότε καλό είναι οι διαπιστώσεις αυτές να παραμένουν στο τραπέζι.
Έχοντας πολλαπλά προβληματιστεί επί του προκειμένου με καλούς φίλους και συντρόφους και συμμετάσχει στις συζητήσεις που άνοιξαν στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ για την διαμόρφωση κοινών θέσεων, αρκετά στοιχεία των οποίων υιοθετώ και ενσωματώνω και στο παρόν κείμενο, θα περιορίσω το σκεπτικό μου σε ένα πεδίο ιδιαίτερης βαρύτητας όπως είναι η θέση και η σχέση της Ελλάδας με τον ιστορικό της περίγυρο, η θέση και η σχέση της Ελλάδας με την Κύπρο, την Τουρκία και τα Βαλκάνια, συγκεκριμένα.
Χρήσιμο όμως κρίνω, προτού μπω στο κυρίως θέμα μας να θέσω τα τέσσερα, κατά την γνώμη μου, αφετηριακά στοιχεία που «οφείλουν» να είναι οι «κολόνες» στην χάραξη της όποιας στρατηγικής μας.
To πρώτο στοιχείο που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι η ιστορική πραγματικότητα ότι η Ελλάδα/οι Έλληνες, αποτελεί/λούν αφετηριακό συστατικό του ευρωπαϊκού πολιτισμού και κατ’ επέκτασιν της Δύσης. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή θα ήταν μονοσήμαντη χωρίς την επισήμανση ότι η όλη αυτή σχέση είναι αδύνατο να ερμηνευθεί σωστά χωρίς την κατανόηση ότι αυτή υφίσταται σε οργανικό συσχετισμό και συνύπαρξη προς την Ανατολή, ότι Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται στην καρδιά του αξονικού χώρου Ευρώπης-Ασίας και Αφρικής. Αυτό αποτελεί το βαθύτερο στοιχείο που τροφοδοτεί αλλά και στηρίζει μια λογική πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής.
Το  δεύτερο  που θα πρέπει, επίσης, να κατανοηθεί απομακρύνοντάς μας από τις ποικίλες (εκ δεξιών και εξ ευωνύμων) μεταπρατικές επιρροές είναι ότι θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τα παραδοσιακά συμπλέγματα εξάρτησης από τη μια ή την άλλη δύναμη. Ότι πρέπει να μάθουμε να συμβιούμε με τα πολλά άλυτα κάθε φορά προβλήματα, από τα οποία το σταθερό είναι ο προβληματικός γείτονάς μας η Τουρκία και τα μεταβλητά (πλην «σταθερά» στην μεσοπρόθεσμη ιστορική περίοδο) είναι οι πραγματικές «άλυτες» καταστάσεις, όπως η αναμφισβήτητη αμερικανική υπεροχή, η διαχρονικά παρούσα βρετανική, η ανερχόμενη γερμανική και η καραδοκούσα ρωσική.
Το τρίτο σχετίζεται με την οπτική μας για τον ρόλο μας ως ανεξάρτητου κράτους. Η ακεραιότητα του εθνικού μας χώρου και η ανεξαρτησία της πατρίδας μας οφείλουν να είναι τα αφετηριακά,  σταθερά και μη διαπραγματεύσιμα σημεία της εξωτερικής μας πολιτικής κι ο ενωτικός δεσμός όλου του ελληνικού λαού και των ενόπλων του δυνάμεων. Αναπτύσσουμε μιαν ανεξάρτητη, πολυδιάστατη και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική που εδράζεται στην εθνική ανεξαρτησία και προστατεύει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Η οργάνωση της εθνικής άμυνας έχει πάντοτε αποτρεπτικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην υπεράσπιση των λαϊκών κατακτήσεων και της ελεύθερα εκφρασμένης λαϊκής βούλησης. Η εκπλήρωσή τους προϋποθέτει ολοκληρωμένη στρατηγική αντίληψη, λαϊκή συμμετοχή, συγκατάθεση και έλεγχο από τους πολίτες, δημοκρατική διακυβέρνηση, ομαλή λειτουργία των θεσμών, οικονομία στραμμένη στην εξυπηρέτηση της πλειοψηφίας και αξιόμαχες ένοπλες δυνάμεις εντεταλμένες στον αποτρεπτικό - αμυντικό τους ρόλο και την υπεράσπιση του Συντάγματος.
Τέλος, ένα τέταρτο, σημαντικό στοιχείο γιατί μας αφορά άμεσα ως Αριστερά, είναι ότι δεδομένης της πολυπλοκότητας και του «άλυτου» πολλών ζητημάτων, δεδομένης της εθελοδουλείας του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας, οι δυνάμεις της μαχόμενης Αριστεράς και πιο συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, έχουν σε πολλαπλάσιο βαθμό ως αντιτιθέμενες στα κρατούντα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα αυτά και ως εκ τούτου πρέπει να καταβάλουν τεράστιες προσπάθειες για να τα διαχειριστούν με επάρκεια. Κι αυτό γιατί από την μια μεριά, πρέπει να παλέψουν να κρατήσουν ακέραιο το ταυτοτικό τους στοιχείο ως ριζοσπαστικής, ηθικής και αναμορφωτικής δύναμης που δεν υποχωρεί στο κεντρικό αίτημα «του να γίνουν οι άμεσοι παραγωγοί κύριοι των όρων της ζωή τους» και από την άλλη με βάση την συντριπτική σε βάρος τους πραγματικότητα θα πρέπει να περάσουν τα Συμπληγάδες χωρίς να μετασχηματισθούν στο αντίθετό τους. Και εδώ ακριβώς βρίσκονται τα  βαθιά νερά, τα πραγματικά διλήμματα και οι μεγάλες αποφάσεις. Γιατί το ότι δεν απεμπολούμε και δεν εκχωρούμε την ιστορία μας σε κανέναν (και έτσι οφείλουμε να κάνουμε), αυτό δεν σημαίνει ότι περνάμε λάθρα και ασυζητητί μια σειρά από αβλεψίες, ολοφάνερα λάθη, εθνικές και ταξικές ολιγωρίες, που καθιστούν προβληματική την σχέση μας με τις υποτελείς τάξεις, γεγονός που αποτυπώνεται στην εμφανή αδυναμία ανάδειξής μας σε ηγεμονική δύναμη που δομικά αμφισβητεί την εξουσία του κυρίαρχου συγκροτήματος εξουσίας.

Κύπρος, Τουρκία, Βαλκάνια. Ο ιστορικός χώρος της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου και η σημερινή θέση μας σε αυτόν
Έχοντας κατά νου τα παραπάνω θα σταθώ στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, προσπαθώντας να στοιχειοθετήσω ένα κατ’ αρχήν περίγραμμα των ζητημάτων που ανακύπτουν σε κάθε μια ξεχωριστά.
Αποτελεί μάλλον κοινή διαπίστωση ότι οι Έλληνες, εντασσόμενοι οργανικά και στον ιστορικό χώρο της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, συνδέονται με ιστορία αιώνων με τους λαούς της. Η διιστορική παρουσία των Ελλήνων στην ευρύτερη περιοχή, αποτυπούμενη έως σήμερα με την ύπαρξη δεκάδων ελληνικών κοινοτήτων σε όλες τις χώρες, αποτελεί γέφυρα φιλίας και συνεννόησης με τους λαούς των Βαλκανίων, της Μ. Ασίας, της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής. Η Ελλάδα, όπως άλλωστε και η Κύπρος επηρεάζεται άμεσα από τα δρώμενα στην περιοχή, τα οποία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί καθώς είναι γεωπολιτικά εμπλεκόμενη χώρα.
Ο ρόλος λοιπόν της Ελλάδας ως εμπλεκόμενης χώρας οφείλει να είναι συνετά ενεργός. Η Ελλάδα, ευρισκόμενη σε ιδιότυπη οικονομικοπολιτική ομηρία, είναι αρκετά αποδυναμωμένη. Επειδή δεν έχει την δυνατότητα να αποτρέψει τις εξελίξεις αλλά και επειδή, από την άλλη, οφείλει να έχει λόγο σ’ αυτές, πρέπει να αντιμετωπίσει το όλον ζήτημα στη βάση μιας αυστηρής πολιτικής αρχών, χωρίς να παρασύρεται σε ενέργειες που θα την φέρουν σε σύγκρουση με ό,τι θετικό κατέκτησε στη διάρκεια εκατονταετιών με όλους τους λαούς της περιοχής.
Σε αυτό το πλαίσιο, κεντρική θέση έχει η Κύπρος.
Η σύγχρονη ιστορία της Κύπρου είναι στενά συναρτημένη με την καθόλου ελληνική αφού η μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού είναι Έλληνες. Ο αγώνας του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση, για τον τερματισμό της βρετανικής αποικιοκρατίας είναι ζυμωμένος με την ιστορία και συνείδηση του ελληνικού προοδευτικού κινήματος.   Στον σωβινισμό, την πατριδοκαπηλεία και τις διαχρονικές λιποταξίες του ελληνικού κατεστημένου, το ελληνικό αριστερό κίνημα, με όλες του τις αντιφάσεις, τα λάθη και τις ολιγωρίες, αντέταξε αγώνες για την υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων σε όλη την διάρκεια των δεκαετιών 1930-1960, έδωσε νεκρούς διαδηλωτές αλλά και τον καλύτερο εαυτό του, όπως γενναία τον αποτύπωσε στον Αποχαιρετισμό του προς τον Γρηγόρη Αυξεντίου ο Γιάννης Ρίτσος.
Οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου που έγκαιρα και ορθώς η Αριστερά κριτίκαρε, οδήγησαν στον γνωστό συμβιβασμό που όχι μόνο διατήρησε ισχυρά στοιχεία από το προηγούμενο αποικιακό καθεστώς (εγγυήτριες Δυνάμεις, αγγλικές βάσεις κλπ.), αλλά αναγόρευσε με βάση το βρετανικό δόγμα του διαίρει και βασίλευε την τουρκική μειονότητα σε καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής του τόπου.
Είναι αυτό, το αφετηριακό σημείο, δυναμιτισμού της εύρυθμης λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που αποτέλεσε την θρυαλλίδα ανάμεσα στα δυο σύνοικα στοιχεία και οδήγησε στις πρώτες τριβές για να ακολουθήσουν  στην συνέχεια, έντεχνα πυροδοτούμενες, διαρκείς επιμέρους συγκρούσεις και προφανείς βαρβαρότητες στις οποίες πλειοδότησαν οι σωβινιστές και των δύο πλευρών.
To 1974 η Τουρκία, με αφορμή το εγκληματικό πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου, εισέβαλε βίαια και κατέλαβε το 37% της Κύπρου, το οποίο όχι απλώς κατέχει ως σήμερα, αλλά διαρκώς εποικίζει και σταθερά ισλαμοποιεί σε βάρος των ίδιων των Τουρκοκυπρίων. Το Κυπριακό, επομένως, δεν είναι απλώς μια διαφορά δύο κοινοτήτων αλλά υφίσταται εξαιτίας των ανοικτών εξωτερικών επεμβάσεων της Τουρκίας εναντίον ενός κράτους-μέλους του ΟΗΕ και της EE, επεμβάσεων που έχουν ήδη επιβάλει τον ακρωτηριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας στον Βορρά και απειλούν ευθέως την κυριαρχία της στα ελεύθερα εδάφη.
Απέναντι σε αυτή τη δεινή πραγματικότητα, της ανάπηρης κυπριακής κυριαρχίας, ο κυπριακός λαός αντέταξε την σταθερή του βούληση να μείνει στον τόπο του ανατρέποντας τα συντριπτικά δεδομένα της εισβολής, ξαναστήνοντας στα πόδια της μια οικονομία κατεστραμμένη και πιεσμένη από το πελώριο βάρος 200.000 προσφύγων, ενώ στο πολιτικό πεδίο με την πανηγυρική απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από το 76%, κατάφερε να αποτρέψει την σχεδιαζόμενη κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι αναμφίβολες αυτές επιτυχίες δεν κατάφεραν όμως να ανατρέψουν τα σκληρά δεδομένα της κατοχής που συνιστούν ένα οδυνηρό έλλειμμα ισχύος και ισορροπίας, μια μόνιμη πηγή γεωπολιτικής εξάρτησης από ξένα κέντρα, γεγονός που αποτυπώθηκε, παρά τους έγκαιρα ευέλικτους χειρισμούς, και στο ζήτημα της εκμετάλλευσης του υποθαλάσσιου πλούτου.
Η βασική αυτή αδυναμία, πλαισιωμένη από τα λάθη, τις ανεπάρκειες και τις εξαρτήσεις της κυπριακής κυβέρνησης και συνεπικουρούμενη από την αποστασιοποίηση της ελληνικής κυβέρνησης («Η Κύπρος αποφασίζει»), βρήκαν εκ νέου ανέτοιμη την Κύπρο, παρά το γενναίο Όχι της Βουλής της να αντιμετωπίσει την επίθεση της βορειοευρωπαϊκής ολιγαρχίας που κατάφερε καίρια πλήγματα στην κυπριακή οικονομία χάριν των δικών της συμφερόντων. Είναι σαφές ότι το νέο πρόβλημα προέκυψε γιατί η Κύπρος αναβαθμίστηκε περαιτέρω λόγω της ανακάλυψης των υδρογονανθράκων.
Η μέχρι τώρα εξέλιξη της κρίσης στην οικονομία της Κύπρου αλλά και η βαθιά και μακρόχρονη ύφεση που προοιωνίζεται, επιβεβαιώνουν δραματικά την κοινή μοίρα Κύπρου και Ελλάδας. Ο λαός αντιμετωπίζει κοινούς αντιπάλους, εντός κι εκτός ΕΕ, ενώ συνθλίβεται από την ανεπάρκεια των πολιτικών του ηγεσιών και τις ολέθριες συνέπειες των νεοφιλελεύθερων πρακτικών που αυτές οι ηγεσίες εφάρμοσαν. Ο σφετερισμός των υδρογονανθράκων της κυπριακής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αποτελούν στόχο τόσο Ευρωπαίων εταίρων της Κύπρου όσο και των Τούρκων εισβολέων.
Ως εκ τούτου, η ανατροπή των κατοχικών δεδομένων σε συνδυασμό με την αποτροπή της εν εξελίξει προσπάθειας κατάλυσης της οικονομικής ανεξαρτησίας του νησιού, αποτελούν μείζονα προτάγματα για όλες τις δημοκρατικές και ιδιαίτερα για όλες τις αριστερές πολιτικές δυνάμεις.
Εξίσου καίριος για την Ελλάδα είναι  ο παράγων Τουρκία και ο ρόλος της στα σημερινά πολιτικά δρώμενα. Οι σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας έχουν περάσει από πολλές καμπές. Γεγονός πάντως παραμένει ότι μεταπολεμικά η Ελλάδα,  δεδομένης  της πραγματικής της θέσεως ισχύος είναι σταθερά προσηλωμένη στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και επιδιώκει την ειρηνική συνύπαρξη με την Τουρκία και την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας. Το ελληνικό αριστερό κίνημα έχει ιστορικά εκφράσει την αλληλεγγύη του στον αγώνα του τουρκικού λαού για δημοκρατική αλλαγή και για κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.
Κύριο εμπόδιο στην ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας συνιστά η αυξανόμενη αναθεωρητική στάση της Τουρκίας στα μείζονα ζητήματα του Αιγαίου και της Θράκης, οι διεκδικήσεις που συστηματικά προβάλλει από το 1973 εις βάρος της ελληνικής κυριαρχίας και οι απειλές πολεμικών επεισοδίων που διατυπώνει, λόγω και έργω, κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Η παρατεινόμενη στρατιωτική κατοχή από την Τουρκία τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί το άλλο μείζον εμπόδιο στην ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας με την Τουρκία, στον βαθμό που η ρητορική των καλών προθέσεων διαψεύδεται από την ακολουθούμενη πρακτική.
Ο εσωτερικός αγώνας στην Τουρκία ανάμεσα σε κεμαλιστές και ισλαμιστές διεξάγεται ενώ εξελίσσεται και η διαπάλη για την αυτοδιάθεση της μεγαλύτερης πληθυσμιακά εθνικής ομάδας στην Τουρκία, των Κούρδων. Οι εσωτερικές εντάσεις που συνεπάγονται αυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με τον υπερεξοπλισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων δημιουργούν προϋποθέσεις αναζωπύρωσης εστιών περιφερειακών συγκρούσεων και ανάφλεξης νέων.
Η σταθερή προσήλωση της Ελλάδας στην ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Τουρκία δεν συνεπάγεται παραίτηση από τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Τουναντίον οφείλει να εξασφαλίσει τους όρους εκείνους ώστε σταθερά να τα ασκεί όποτε αυτή κρίνει, όπως λ.χ. τα κυριαρχικά της δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο. Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν αποτελεί μιαν απλή έκφραση επιβεβαίωσης της κυριαρχίας, αλλά επιβάλλεται από την δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας και συνιστά μείζονα παράμετρο της ανασυγκρότησής της. Δεν υπάρχει αξιόπιστη κατοχύρωση των διαρκώς εντονότερα αμφισβητούμενων από την Τουρκία ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, εκτός από την άσκησή τους. Η μέχρι τώρα ασκηθείσα πολιτική με τον άνευ όρων κατευνασμό των τουρκικών απαιτήσεων, η άκριτη υποστήριξη των τουρκικών βλέψεων για ένταξη στην EE στη βάση της τουρκικής «ιδιαιτερότητας», πέραν του γεγονότος ότι απεδείχθησαν ανεπαρκείς και αντιπαραγωγικές, δεν προσφέρουν υπηρεσία στην ειρήνη ούτε υπηρετούν τα ελληνικά συμφέροντα. Γι’ αυτό είναι η αμυντική και διπλωματική θωράκιση της Ελλάδας που μέσα από κατάλληλες κινήσεις, ανεξάρτητα από τα έντονα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, θα αναχαιτίσει την τουρκική επιθετικότητα και θα θέσει τις βάσεις για μια ισότιμη, σταθερή ειρηνική σχέση μεταξύ των δύο χωρών.
Στην ίδια κλίμακα ιεράρχησης βρίσκεται και ο χώρος των Βαλκανίων. Αιώνες κοινής μοίρας έχουν φέρει σε άμεση επαφή τους βαλκανικούς λαούς. Τους έχουν φέρει κοντά αλλά και σε αντιπαράθεση. Σε όλη την διάρκεια του 19ου και των αρχών του 20ού  αιώνα την Βαλκανική συντάραξαν οξύτατες συγκρούσεις προϊόν και αποτέλεσμα της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της ανόδου των εθνικών κινημάτων που οδήγησαν στην διαμόρφωση του σύγχρονου χάρτη της περιοχής.
Η περίοδος ειρήνης μετά τον  Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απεδείχθη σύντομη. Η ανατροπή του υπάρχοντος status το 1989 και ο αγώνας δρόμου για την κάλυψη του κενού από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, πυροδότησε τις χειμαζόμενες «Μεγάλες Ιδέες» μετατρέποντας την πάλαι ποτέ ενιαία Γιουγκοσλαβία σε σύγχρονο σφαγείο.
Σε αυτή την νεοδιαμορφούμενη κατάσταση η Ελλάδα κατ’ ουσίαν παρέμεινε αμέτοχη παρακολουθώντας με αγωνία τις εξελίξεις και δεν είναι έξω από την πραγματικότητα το γεγονός ότι όχι μόνο ασκεί μια σταθερά προσηλωμένη στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και της ειρηνικής συνύπαρξης πολιτική, αλλά και αποτελεί τον κατεξοχήν  - σταθεροποιητικό παράγοντα στην περιοχή.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωζώνη και ειδικότερα η ακραία ανταγωνιστική αντιμετώπιση των χωρών του Νότου από την βορειοευρωπαϊκή συμμαχία με επικεφαλής την Γερμανία, έθεσαν σε δοκιμασία τις αντιλήψεις περί ισότιμης συμμετοχής στο «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι μας».
Από τα ποικίλου και διαφορετικού επιπέδου ζητήματα που ανακύπτουν στον χώρο των Βαλκανίων για την Ελλάδα και τους Έλληνες, δεσπόζουσα θέση κατέχουν τα αφορώντα στις σχέσεις μας με την Αλβανία και την ΠΓΔΜ.
Σε ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη ένταξη της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ στην EE η Ελλάδα οφείλει να την εξαρτήσει - πέρα από την απαραίτητη και διόλου αυτονόητη εμπέδωση του Κοινοτικού Κεκτημένου σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικής λειτουργίας - και από την επίλυση διμερών θεμάτων που άπτονται ανελαστικών ελληνικών συμφερόντων. Η επιμονή της Ελλάδας εν προκειμένω αποτελεί αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη της προστασίας των συμφερόντων της αυτών.
Ειδικότερα, ως προς την Αλβανία θα πρέπει να διασφαλιστεί η παραίτηση του αλβανικού κράτους από κάθε διακρατική διεκδίκηση περιουσιών των συνεργατών του Άξονα, Τσάμηδων και την συνακόλουθη αναμόχλευση μειονοτικού ζητήματος στην Θεσπρωτία. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διασφαλιστεί στην πράξη το δικαίωμα των μελών της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας να εκφράζουν ελεύθερα και δίχως συνέπειες την ελληνική τους εθνική ταυτότητα. Να έχουν δικαίωμα σε πρωτοβάθμια και μέση εκπαίδευση στην ελληνική γλώσσα σε όλες τις περιοχές που ζουν Έλληνες μειονοτικοί και όχι μόνο στις αυθαίρετα προσδιορισμένες από το καθεστώς Χότζα "μειονοτικές" περιοχές.
Σε ό,τι αφορά την ΠΓΔΜ, θα πρέπει να διασφαλιστεί στην πράξη η καλή γειτονία της προς την Ελλάδα. Αυτό προϋποθέτει την εγκατάλειψη της αλυτρωτικής ιδεολογίας του γειτονικού κράτους, που ιδίως μέσα από το εκπαιδευτικό του σύστημα καλλιεργεί στους πολίτες του την διεκδίκηση δήθεν κατακτημένων από τους Έλληνες πατρίδων. Το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας εντάσσεται στον πυρήνα της αλυτρωτικής κρατικής της συγκρότησης. Η επιλογή σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό που θα ισχύει για όλες τις χρήσεις αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη της γείτονος σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς που μετέχει η Ελλάδα και λειτουργούν βάσει της αρχής της ομοφωνίας. Ωστόσο, το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι ένας προσχηματικός ονοματολογικός συμβιβασμός αλλά η άρση των στοιχείων παραγωγής και αναπαραγωγής της αλυτρωτικης ιδεολογίας και προπαγάνδας ώστε να κατοχυρωθεί ουσιαστικά η αναγκαιότητα για την αμοιβαία αναγνώριση της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας των δύο χωρών και του απαραβίαστου των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων.
Η διπλωματική διελκυστίνδα με Αλβανία και ΠΓΔΜ οφείλει να παραμένει αποκλειστικά σε κρατικό επίπεδο, δίχως επιπτώσεις στην καθημερινότητα, στην ελευθεροκοινωνία και στα δικαιώματα των απλών πολιτών. Σε ριζική και ανυποχώρητη αντίθεση με την μισαλλοδοξία, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό που καλλιεργεί η Δεξιά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν αντιμετωπίζει τους απλούς πολίτες της Αλβανίας και της ΠΓΔΜ σαν ομήρους της διπλωματικής αντιπαράθεσης αλλά ως αποδέκτες αισθημάτων αλληλεγγύης και ειλικρινούς φιλίας του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό θα κάνει ό,τι μπορεί για να άρει κάθε εμπόδιο που ορθώνεται στην άσκηση των δικαιωμάτων τους με προϋπόθεση πάντα την αμοιβαιότητα.

Υστερόγραφο
Τα όσα παραπάνω εκτέθηκαν προσπαθούν, όπως προανέφερα να θέσουν ένα περίγραμμα που να περικλείει κατ’ αρχήν ορισμένες βασικές πτυχές των κρίσιμων αυτών ζητημάτων. Η ολοκλήρωση και εμβάθυνσή τους αποτελεί μιαν άλλη παράμετρο. Παράμετρο που προαπαιτεί  την υπέρβαση των εσκαμμένων και των απόδοση από το κόμμα της μαχόμενης Αριστεράς της θέσης που τα ζητήματα αυτά οφείλουν να έχουν στην πολιτική του ατζέντα.


Δημοσιευμένο στην Αυγή
της 26ης και 28ης Μαΐου 2013