Ανακοινώσεις

Ο Μπρεχτ, ο Μόρισον και ο Περικλής

Του Γιώργου Σταματόπουλου

Νιώθει να πνίγεται μέσα στο σπίτι και μας τηλεφωνεί, αν τελειώσουμε νωρίς στην εφημερίδα να πάμε κάπου να πιούμε ένα ποτό. Κουβαλάει στην πλάτη του εβδομήντα εφτά χρόνια, αλλά η ψυχή του είναι αγέραστη, αγέρωχη και γελαστή. Στην περιοχή, λόγω εορτών, υπάρχει φως μόνο στην μπιραρία, που έχει όμως πολύ δυνατή μουσική.

Εκεί και συναντιόμαστε. Γεμάτα τα τραπέζια, βρίσκουμε χώρο εντούτοις στη μεγάλη μπάρα. Ο φίλος μάς μιλάει αλλά τον ακούμε πολύ δύσκολα· στενοχωριόμαστε όλοι, ωστόσο δεν παύουμε να κρεμόμαστε από τα χείλη του, παρά το ενοχλητικό «είναι» της μουσικής, που χαίρεται για την επικράτειά του -δεν πτοούμεθα. Υπάρχει ένα ευχάριστο: η μουσική που ακούγεται είναι της αρεσκείας μας, παρότι δεν μπορούμε να την απολαύσουμε όπως θα ταίριαζε στην ατμόσφαιρα της ηδονής.

Και ξάφνου, μαγεία. Ο χώρος δονείται από τη φωνή του Jim Morrison, που τραγουδά μελωδικά και σπαραχτικά στίχους του Μπρεχτ. Alabama Song. Μια παρέα από άνεργες γυναίκες στον Μεσοπόλεμο αποχαιρετάνε το φεγγάρι της Αλαμπάμας και οδεύουν προς το Mahogany, την πόλη του χρήματος, του αγορασμένου έρωτα· επιχειρούν την έξοδο από τη φτώχεια προς τους κόσμους του υλισμού και της παράνομης ηδονής. Το πρωτοτραγούδησε η Λότε Λένια σε μουσική Κουρτ Βάιλ, αρχές της δεκαετίας του '30, μια μοναδική εκτέλεση. Το ας το πούμε ροκ συγκρότημα των Doors το διασκεύασε με ελάχιστες στιχουργικές και μουσικές παραλλαγές, εισάγοντας στη ροκ σκηνή τη θεατρικότητα και την ποίηση.

Το κουρασμένο, βασανισμένο από ολοκληρωτικά καθεστώτα και ταλαιπωρημένο από ανέχεια σώμα του εβδομηενταεφτάχρονου φίλου τινάσσεται σαν ελατήριο -ξεχύνεται στον χώρο της αίθουσας χορεύοντας στους ρυθμούς της αμερικάνικης σελήνης και της γερμανικής όπερας.

Ολόκληρος ο 20ός αιώνας ζωντανεύει και ορθώνεται ανάγλυφος στο σώμα του φίλου μας. Η απελπισία, η ανεργία, η στέρηση της ηδονής, η αναζήτηση του αλκοόλ ως υποκατάστατου όλων τούτων εντυπώνεται σε τούτο το σώμα. Ησυχία. Το παρελθόν παρελαύνει με όλα τα σκοτάδια του και όλες τις ταραξικάρδιες στιγμές των ανθρώπων του. Τον ακολουθεί η παρέα στον δαιμονικό χορό του: ανυπάκουη, μετέωρη, «πριγκιπική», ψιλόκωφη, «ευρύδικη», «απαρκάριστη».

Οι θαμώνες μένουν με το ποτήρι στο χέρι στο θέαμα αυτού του ημιδιονυσιακού χορού - έκθαμβοι και με ανοιχτό το στόμα αντικρίζουν τον αειθαλή και αγέραστο νεανία των εβδομήντα εφτά χρόνων να προσπαθεί να αγκαλιάσει τον προηγούμενο αιώνα, στην ακμή του οποίου γεννήθηκε και ωρίμασε, δοκιμάστηκε και χάρηκε, πόνεσε και ερωτεύτηκε.

Τον παρακολουθείς και προσπαθείς να κρύψεις δάκρυα συγκίνησης. Τον 

Του Γιώργου Σταματόπουλου

Νιώθει να πνίγεται μέσα στο σπίτι και μας τηλεφωνεί, αν τελειώσουμε νωρίς στην εφημερίδα να πάμε κάπου να πιούμε ένα ποτό. Κουβαλάει στην πλάτη του εβδομήντα εφτά χρόνια, αλλά η ψυχή του είναι αγέραστη, αγέρωχη και γελαστή. Στην περιοχή, λόγω εορτών, υπάρχει φως μόνο στην μπιραρία, που έχει όμως πολύ δυνατή μουσική.

Εκεί και συναντιόμαστε. Γεμάτα τα τραπέζια, βρίσκουμε χώρο εντούτοις στη μεγάλη μπάρα. Ο φίλος μάς μιλάει αλλά τον ακούμε πολύ δύσκολα· στενοχωριόμαστε όλοι, ωστόσο δεν παύουμε να κρεμόμαστε από τα χείλη του, παρά το ενοχλητικό «είναι» της μουσικής, που χαίρεται για την επικράτειά του -δεν πτοούμεθα. Υπάρχει ένα ευχάριστο: η μουσική που ακούγεται είναι της αρεσκείας μας, παρότι δεν μπορούμε να την απολαύσουμε όπως θα ταίριαζε στην ατμόσφαιρα της ηδονής.

Και ξάφνου, μαγεία. Ο χώρος δονείται από τη φωνή του Jim Morrison, που τραγουδά μελωδικά και σπαραχτικά στίχους του Μπρεχτ. Alabama Song. Μια παρέα από άνεργες γυναίκες στον Μεσοπόλεμο αποχαιρετάνε το φεγγάρι της Αλαμπάμας και οδεύουν προς το Mahogany, την πόλη του χρήματος, του αγορασμένου έρωτα· επιχειρούν την έξοδο από τη φτώχεια προς τους κόσμους του υλισμού και της παράνομης ηδονής. Το πρωτοτραγούδησε η Λότε Λένια σε μουσική Κουρτ Βάιλ, αρχές της δεκαετίας του '30, μια μοναδική εκτέλεση. Το ας το πούμε ροκ συγκρότημα των Doors το διασκεύασε με ελάχιστες στιχουργικές και μουσικές παραλλαγές, εισάγοντας στη ροκ σκηνή τη θεατρικότητα και την ποίηση.

Το κουρασμένο, βασανισμένο από ολοκληρωτικά καθεστώτα και ταλαιπωρημένο από ανέχεια σώμα του εβδομηενταεφτάχρονου φίλου τινάσσεται σαν ελατήριο -ξεχύνεται στον χώρο της αίθουσας χορεύοντας στους ρυθμούς της αμερικάνικης σελήνης και της γερμανικής όπερας.

Ολόκληρος ο 20ός αιώνας ζωντανεύει και ορθώνεται ανάγλυφος στο σώμα του φίλου μας. Η απελπισία, η ανεργία, η στέρηση της ηδονής, η αναζήτηση του αλκοόλ ως υποκατάστατου όλων τούτων εντυπώνεται σε τούτο το σώμα. Ησυχία. Το παρελθόν παρελαύνει με όλα τα σκοτάδια του και όλες τις ταραξικάρδιες στιγμές των ανθρώπων του. Τον ακολουθεί η παρέα στον δαιμονικό χορό του: ανυπάκουη, μετέωρη, «πριγκιπική», ψιλόκωφη, «ευρύδικη», «απαρκάριστη».

Οι θαμώνες μένουν με το ποτήρι στο χέρι στο θέαμα αυτού του ημιδιονυσιακού χορού - έκθαμβοι και με ανοιχτό το στόμα αντικρίζουν τον αειθαλή και αγέραστο νεανία των εβδομήντα εφτά χρόνων να προσπαθεί να αγκαλιάσει τον προηγούμενο αιώνα, στην ακμή του οποίου γεννήθηκε και ωρίμασε, δοκιμάστηκε και χάρηκε, πόνεσε και ερωτεύτηκε.

Τον παρακολουθείς και προσπαθείς να κρύψεις δάκρυα συγκίνησης. Τον